Πρέπει να παραδεχτούμε ότι στο υπουργείο Παιδείας έχουν χιούμορ –τουλάχιστον οι θεματοθέτες των Νέων Ελληνικών στις εξετάσεις του Λυκείου–με μεγάλες δόσεις αυτοσαρκασμού βεβαίως, αν κρίνουμε από τη θεματολογία που θυμίζει τη ρήση για το σχοινί στο σπίτι του κρεμασμένου:

Πέρσι, στις Παγκύπριες, το θέμα ήταν ο ρόλος του εκπαιδευτικού στον σύγχρονο κόσμο, με έμφαση στο δοκίμιο του πανεπιστημιακού Γ. Πυργιωτάκη για τις ηθικές και πνευματικές αξίες που είναι σημαντικές, οι οποίες «δεν διδάσκονται, βιώνονται». Φέτος, στις εξετάσεις τετραμήνου, ήταν οι συνέπειες του ανταγωνισμού των μαθητών στο σχολείο και το άγχος της βαθμοθηρίας που «μαυρίζει την ανέμελη εποχή της εφηβείας». Το σκάνδαλο της διαρροής των θεμάτων είναι απλώς ένα αναμενόμενο επεισόδιο στον βαθμοθηρικό και αυταρχικό χαρακτήρα του δημόσιου κυπριακού σχολείου.

Αντί για χιούμορ ή αυτογκόλ, οι πιο καχύποπτοι ενδεχομένως βλέπουν άλλη μια αποδόμηση εκ των έσω του υπουργού, ο οποίος πάντως μια χαρά τα καταφέρνει και μόνος του, αφού έχει εξελιχτεί στον χειρότερο επικεφαλής της Παιδείας τις τελευταίες δεκαετίες. Να ελπίζουμε, άραγε, ότι με τη νέα κυβέρνηση θα δούμε καλύτερες μέρες; Ποιο είναι, όμως, το αίτημα της κοινωνίας, του εκπαιδευτικού κόσμου και των μαθητών για το μέλλον; Οι τοποθετήσεις των υπευθύνων, των καθηγητών και των οργανώσεών τους, γονιών και μαθητών, αλλά και των υποψηφίων προέδρων, δεν πάνε πιο μακριά από μια καλύτερη διαχείριση του ίδιου συστήματος: Λιγότερο, ίσως, εξετασιοκεντρικού και βαθμοθηρικού, αλλά πάντα ως ένας προθάλαμος των πανεπιστημίων – παρόλο που ούτε αυτός ο σκοπός δεν υπηρετείται, αφού σπρώχνουν τα παιδιά στα φροντιστήρια για να αποστηθίσουν μια αλλόκοτη ποσότητα γνώσεων, τις οποίες ο ίδιος τους ο όγκος καθιστά άχρηστες.

Όλοι, λίγο ή πολύ, τα βάζουν με τις τετράμηνες εξετάσεις και τη χρησιμότητά τους, όμως κανείς δεν ασχολείται με το είδος της διδασκαλίας και το περιεχόμενό της. Πόσα και ποια πράγματα από την τεράστια ύλη, που μετατρέπει διδάσκοντες και διδασκόμενους σε δρομείς ταχύτητας και αντοχής ταυτόχρονα, είναι όντως χρήσιμα ως εφόδια ζωής για τον μαθητή; Η πιο «προχωρημένη» άποψη που κυκλοφορεί για το σχολείο είναι να προσαρμοστεί περισσότερο στις ανάγκες της αγοράς. Δηλαδή να συνεχίσει να είναι ένα (αποτυχημένο ούτως ή άλλως) φροντιστήριο για τα πανεπιστήμια, όμως θα πρέπει να αποθαρρύνει τα παιδιά να επιλέξουν σπουδές που οδηγούν σε κορεσμένα επαγγέλματα, προωθώντας τομείς με ζήτηση, ενώ ταυτόχρονα να τα αποτρέπει στο να στραφούν στις «άχρηστες» σπουδές (λογοτεχνία και καλές τέχνες, φιλοσοφία, θέατρο κ.ά.), που δεν οδηγούν σε εγγυημένη οικονομικά επαγγελματική επιτυχία.

Να, λοιπόν, που αναπόφευκτα καταλήγουμε στον Πολιτισμό και στα «επαγγέλματα προς αποφυγήν», αυτά που δεν αποφέρουν συνήθως, στην εποχή μας, καλό χρήμα. Να ένα θέμα που βρίσκεται έξω από τις ατζέντες και τις υποσχέσεις υποψηφίων των κομμάτων, συνδέεται όμως άμεσα με την ποιότητα της ζωής μας, ενώ πηγάζει, αναπόφευκτα, από την ποιότητα της παρεχόμενης δημόσιας εκπαίδευσης. Να και μια ιδέα για προβληματισμό προς τους υποψηφίους να κυβερνήσουν τη χώρα (αν και χωρίς ιδιαίτερη ελπίδα ότι θα πιάσει τόπο): Αντί να οδηγούμε τους νέους να εργαστούν «εκεί που υπάρχει χρήμα», γιατί να μην εργαστούμε ώστε να κάνουμε τον Πολιτισμό να αποφέρει (και) χρήμα στους δημιουργούς, εκτός από ευχαρίστηση σε όλους μας, κάνοντάς μας καλύτερους ανθρώπους; Και από πού αλλού θα πρέπει να αρχίσουμε, αν όχι από το σχολείο;

Αν αμφιβάλλετε, ξανασκεφτείτε το: Είναι ή όχι θέμα πολιτιστικής παιδείας η διαφθορά και τα σκάνδαλα, το κυνήγι του πλουτισμού και η ποιότητα της ζωής, η υγεία, οι σχέσεις μας με τους άλλους, ο ρατσισμός και ο φανατισμός; Αναρωτιέμαι τι άνθρωπος θα ήμουν χωρίς τη λογοτεχνία στη ζωή μου, την τέχνη. Όμως, το ποιος έγινα δεν το οφείλω στο σχολείο αλλά σε κάποιες ευτυχείς συγκυρίες. Πόσο ακόμα θα αφήσουμε τα παιδιά μας στην τύχη τους;

chrarv@phileleftheros.com

Ελεύθερα, 22.1.2023