Αν η Εκκλησία της Κύπρου δεν είχε το ρόλο που είχε μέσα στους αιώνες για τη διάσωση –φυσική και εθνική – του πληθυσμού της νήσου από τους διάφορους δυνάστες του, και περιοριζόταν μόνο στα του θεού, τότε η εκλογή του προκαθήμενού της θα ήταν αποκλειστικά έργο της Εκκλησίας. Όπως πράγματι είναι σε όλες σχεδόν τις Εκκλησίες του κόσμου.

Στην Κύπρο, όμως, ιστορικοί λόγοι επέβαλαν όπως η Εκκλησία διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο ως προστάτιδα των Κυπρίων από τους κατά καιρούς ποικιλώνυμους δυνάστες του: τους Φράγκους, τους Ενετούς, τους Τούρκους, τους Άγγλους και τώρα πάλιν τους Τούρκους. Και αν δεν ήταν ο σωτήριος ρόλος της Εκκλησίας είναι αμφίβολο αν σ’ αυτό τον τόπο θα υπήρχαν σήμερα Έλληνες και θα μιλούσαμε Ελληνικά. Ήταν η Εκκλησία της Κύπρου, η σωτήρια δύναμη για να είμαστε σήμερα Έλληνες σ’ αυτό τον τόπο και να μιλούμε τη γλώσσα μας. Μαζί λοιπόν με το θεοκρατικό ρόλο που είχε η Εκκλησία απέκτησε και μέγα εθνικό ρόλο που έκρινε την τύχη του ελληνισμού του τόπου μας.

Ήταν εν τη σοφία της, συνεπώς, όταν έκρινε και έδωσε στον τοπικό πληθυσμό λόγο και ρόλο ποιος θα ήταν ο προκαθήμενός της. Δεν ήταν ένα θέμα που εύκολα μπορούσε να επιλυθεί. Δοκιμάστηκαν διάφοροι μηχανισμοί που στη συνέχεια εξελίχθηκαν και άλλαξαν. Μέχρι που το 2010 η Ιερά Σύνοδος ενέκρινε ομόφωνα ύστερα από πολλή μελέτη και προβληματισμό το ισχύον σύστημα εκλογής του προκαθήμενού της. Την ανάδειξη, δηλαδή, με λαϊκή ψήφο του τριπρόσωπου μέσα από τον κλήρο, που στη συνέχεια θα υποβαλλόταν στη σύνοδο για να εκλέξει ένα ως προκαθήμενο της Εκκλησίας.

Επιτυγχάνεται έτσι η από κοινού εκλογή του προκαθήμενου της Εκκλησίας από το λαό και τον κλήρο. Ούτε ο λαός μόνος του εκλέγει τον προκαθήμενο της Εκκλησίας, ούτε η Ιερά Σύνοδος. Βέβαια δεν είναι εύκολο πράγμα να συνταιριάσεις δύο παράλληλες γραμμές. Γι’ αυτό και κατά καιρούς δοκιμάστηκαν διάφοροι μηχανισμοί, όπως η εκλογή γενικών και ειδικών αντιπροσώπων κ.λπ. Δεν επιτυγχανόταν όμως η δίκαιη συμψήφιση του λαού και της Ιεράς Συνόδου.

Εξού και το 2010, μετά από πολλή μελέτη και προβληματισμό που προηγήθηκε, συμφωνήθηκε ομόφωνα στην Ιερά Σύνοδο η υιοθέτηση του μηχανισμού που ισχύει σήμερα για την ανάδειξη τριπρόσωπου από το λαό και την εκλογή από την Ιερά Σύνοδο ενός εξ αυτών ως προκαθήμενο της Εκκλησίας. Μπορεί και να μην είναι ο τελειότερος μηχανισμός. Πολύ δύσκολα θα μπορούσε να εξευρεθεί κάτι το καλύτερο που να συνταιριάζει την προτίμηση δύο παράλληλων οντοτήτων: της Ιεράς Συνόδου και του συνόλου του λαού.

Το βασικό, όμως, είναι ότι η Εκκλησία έδωσε λόγο στο λαό για την εκλογή του προκαθήμενού της που μπορούσε να μην τον είχε δώσει, όπως συμβαίνει σε όλο σχεδόν τον υπόλοιπο κόσμο. Μα προπαντός ότι το σύστημα αυτό συζητήθηκε σε έκταση μέσα στην Ιερά Σύνοδο και εγκρίθηκε ομόφωνα απ’ αυτήν αποτελεί μια ιερή συμμαχία μεταξύ κλήρου και λαού για την εκλογή Αρχιεπισκόπου.

Δεν μπορεί, όμως, να διαλαλεί ο οποιοσδήποτε λαϊκός ή κληρικός ότι ο προκαθήμενος της Εκκλησίας πρέπει αυτονόητα να είναι εκείνος ο υποψήφιος που πήρε τους παραπάνω ψήφους όπως συμβαίνει στις πολιτικές εκλογές. Αυτή είναι η μισή ιστορία. Που παραβιάζει, όμως, κατάφορα τα συμφέροντα της Εκκλησίας και του λαού στη βάση των όσων εγκρίθηκαν ομόφωνα το 2010 στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας.