Όταν αναφερόμαστε σε έννοιες όπως η ελευθερία και η δημοκρατία επικαλούμαστε συνήθως μεγάλα ονόματα είτε που τις ύμνησαν, είτε που θυσιάστηκαν γι’ αυτές. Σπάνια θα δούμε κείμενα για τη συμβολή, την προσφορά, τη θυσία απλών ανθρώπων και ιδιαίτερα νέων παιδιών, γι’ αυτές τις ίδιες αξίες. Και υπήρξαν και εξακολουθούν να υπάρχουν ανάμεσά μας, ανώνυμοι, που υπηρετούν με συνέπεια αυτές τις αξίες και με το παράδειγμά τους μας δείχνουν το δρόμο…

Αφορμή γι’ αυτό το σημείωμα είναι οι πικρές μνήμες που έρχονται στον νου, από τα τραγικά γεγονότα του 1974, όταν νέα παιδιά, φίλοι και συναγωνιστές μας, χάθηκαν μπροστά στα μάτια μας, υπερασπιζόμενοι την ελευθερία, την τιμή και την αξιοπρέπεια της πατρίδας. Αλλά και η ανάγκη, η επιθυμία μου να γράψω δύο λόγια, σαν μνημόσυνο, για δύο δικούς μου ανθρώπους που έφυγαν για πάντα στην προσφυγιά, με ανεκπλήρωτο τον πόθο της επιστροφής στη γη τους, στη γη που τόσο αγάπησαν…

Ήταν τα πρώτα Χριστούγεννα μετά την τουρκική εισβολή. Οι γονείς μου μαζί με τις δύο μικρότερες αδελφές μου ταλαιπωρήθηκαν αρκετά, όπως και άλλοι συμπατριώτες μας, μέσα σε αντίσκηνα και πρόχειρα καταλύματα, όταν αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σπίτι μας, το χωριό μας, τον Αύγουστο του 1974, λόγω των τουρκικών βομβαρδισμών. Η έγνοια τους όμως ήταν τα παιδιά τους που βρίσκονταν μέσα στην «καρδιά» του πολέμου. Τρία αδέλφια υπηρετούσαμε τότε σε μονάδες καταδρομών και βρισκόμασταν στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Μια επικίνδυνη αποστολή σ’ έναν πόλεμο εξαρχής προδομένο. Ομολογώ ότι καθαρά από τύχη γλυτώσαμε τη ζωή μας και φυσικά από τις πολλές προσευχές των γονιών μας και άλλων δικών μας ανθρώπων.

Αργότερα οι γονείς μας αποφάσισαν να εγκατασταθούν στη Λεμεσό –προσωρινά όπως πίστευαν– και ανέμεναν την επιστροφή στον δικό τους τόπο, στη γη τους.

Όπως συνήθιζαν κάθε χρόνο, τις άγιες ημέρες, κάλεσαν όλα τα παιδιά τους, τούτη τη φορά στο σπίτι που διέμεναν στην Λεμεσό, για να περάσουμε μαζί τα Χριστούγεννα. Η μητέρα ετοίμασε το φαγητό και αναμέναμε τον πατέρα μας στο τραπέζι για να ξεκινήσουμε. Πέρασε αρκετή ώρα και δεν φαινόταν. Έξω έπεφτε δυνατή βροχή. Μεγάλες σταγόνες έτρεχαν σαν μανιασμένες στα τζάμια, και στην αυλή άρχισαν να σχηματίζονται οι πρώτες λιμνούλες.

Σε κάποια στιγμή βγήκα από το σαλόνι ν’ αναζητήσω τον πατέρα. Τον είδα να στέκεται μπροστά στο παράθυρο και να βλέπει μ’ ένα απλανές βλέμμα, την βροχή που έπεφτε…

– Πατέρα σε περιμένουμε για φαγητό, τι κάνεις εκεί;

Γύρισε και με κοίταξε ενώ τα δάκρυα κυλούσαν ποτάμι από τα μάτια του.

– Πατέρα συμβαίνει κάτι; Είσαι καλά; 

Τότε ξέσπασε.

– Πώς να είμαι καλά γιε μου, έξι μήνες μακριά από το σπίτι μας, τον τόπο μας, την ζήση μας; Ποιος θα φροντίσει τα περβόλια και τα χωράφια μας; Ποιος θα τα ταΐσει τα πουλερικά και τα ζώα μας, που αφήσαμε πίσω;

– Υπομονή πατέρα… Εσύ δεν μας έλεγες πάντα να ‘χουμε υπομονή κι ο Θεός είναι μεγάλος;

– Έξι μήνες είναι πολύς χρόνος μακριά από τη γη σου, που σε έχει ανάγκη να την φροντίσεις…

Σκούπισε τα δάκρυα του μ’ ένα μαντήλι και πήγαμε μέσα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Πέρασαν τα χρόνια. Οι γονείς μου εγκαταστάθηκαν σ’ ένα προσφυγικό συνοικισμό, ακριβώς απέναντι από το χωριό μας. Για να βλέπουν από κοντά τη γη τους, τον τόπο τους. Τα χωράφια και τα περβόλια τους, που τα σκάλιζαν για χρόνια, τα πότισαν με τον ιδρώτα τους και τους έδωσαν ζωή με τη σκληρή δουλειά και τον καθημερινό τους κάματο. Πολλές φορές περπατούσαν μέχρι την γραμμή αντιπαράταξης, για ν’ ανασάνουν τον μυρωμένο αέρα από τους λεμονανθούς, αλλά και το θυμάρι που αφθονούσε εκεί στο χωριό μας. Τους πονούσε που ήταν τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά από τη γη τους. Ήταν όμως αυτή η επαφή, αυτή η ανάσα, το οξυγόνο τους! 

Όταν άνοιξαν οι γραμμές, τα σημεία διέλευσης και αποφασίσαμε να πάμε να λειτουργηθούμε για πρώτη φορά, μετά την εισβολή, στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία, ρωτήσαμε τη μητέρα μας -που ούτε σκέψη να πήγαινε μαζί μας σαν επισκέπτρια στο χωριό μας- τι θα ήθελε να της φέρουμε από το σπίτι μας, μας είπε:

– Λίγο χώμα, από τον κήπο μας…

Ήθελε λίγο χώμα, για να το βάλει στις γλάστρες στο σπίτι του συνοικισμού, για να το ποτίζει, να το αγγίζει και να νιώθει ότι είναι μέσα στην αυλή της, στον κήπο της…

 

Έφυγαν με τον πόθο της επιστροφής

Η μητέρα μας έφυγε νωρίς, πολύ κουρασμένη, χωρίς να μάθει ποτέ ότι το σπίτι μας, γκρεμίστηκε, με τη σκέψη και την ελπίδα ότι ήταν πάντα εκεί, όπως το αφήσαμε και μας περιμένει…

    Πριν μερικά χρόνια έφυγε κι ο πατέρας. Θυμάμαι, σαν νάταν χθες, τα τελευταία του λόγια: 

– Γιε μου ν’ αγαπάτε τον τόπο μας, τη γη μας. Με τους καρπούς εκείνης της γης σας μεγάλωσα. Κι από τη σοδειά της σας έστειλα σε ανώτερα σχολεία για να μάθετε γράμματα. Να μην την ξεχνάτε…

    Αλήθεια, πόσο νοιαζόμαστε σήμερα για τον τόπο μας, για την κατεχόμενη γη μας όταν συζητάμε, χωρίς αιδώ, ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο στο σπίτι μας, στην περιουσία μας; Αν θα τον έχει, δηλαδή, ο σημερινός χρήστης (σφετεριστής) ή ο νόμιμος ιδιοκτήτης!