Ακούστηκαν πολλές απόψεις, προβλέψεις και κινδυνολογία για την εκλογική διαδικασία και την τελική επιλογή του Αρχιεπισκόπου Κύπρου. Ο λαός, όσοι επέλεξαν τούτο, ανταποκρίθηκε και ψήφισε κατά τα δικαιώματα της ελευθερίας της γνώμης. Συνεπώς οι υποψήφιοι και ψηφίσαντες άσκησαν το δικαίωμα που το Καταστατικό προβλέπει με τάξη και χωρίς αχρείαστες επιπλοκές, οπότε τώρα, η ευθύνη ολοκλήρωσης της προβλεπόμενης διαδικασίας, παραμένει στην Ιερά Σύνοδο.

Η απλή μελέτη των προβλέψεων του Καταστατικού είναι εύκολο να διαπιστώσει κάθε καλόπιστος, την ύπαρξη ενός κενού ή μη ύπαρξης «ρητής»πρόβλεψης στο Καταστατικό (που παραδόξως ουδείς έθιξε μέχρι τώρα, ίσως εν αναμονή τελικών συνεννοήσεων) και παράλληλα μία άλλη ρύθμιση που αφήνει, εάν δεν υπάρξει πλειοψηφία υπέρ ενός από το τριπρόσωπο, στην «τύχη» την τελική επιλογή επί ισοψηφίας μεταξύ των δύο τελικά επίλεκτων, με «κλήρωση». 

Το κενό αφορά στην πιθανή περίπτωση κατά την οποία υπάρξει αναφορικά με την τριπρόσωπη ήδη επιλογή του λαού, ισοψηφία μεταξύ του δεύτερου και τρίτου, σε συνδυασμό με το ενδεχόμενο της μη επιλογής Αρχιεπίσκοπου κατά πλειοψηφία στην πρώτη ψηφοφορία. Το ίδιο το Καταστατικό παρέχει εξουσία στην Ιερά Σύνοδο να αποφασίζει για κάθε ζήτημα επί του οποίου δεν υπάρχει κατά το Καταστατικό «ρητή» πρόβλεψη. Πρέπει λοιπόν να προετοιμαστούν κατάλληλα οι Αρχιερείς και για το ενδεχόμενο αυτό, εάν δεν το έχουν ήδη στα υπόψη προς διαπραγμάτευση. Σε μια τέτοια περίπτωση λύση υπάρχει, λογικά αλλά και κατά την αρχή της αναλογικότητας μέσα από το ίδιο το Καταστατικό που πρόβλεψε ρητά την περίπτωση ισοψηφίας μεταξύ των δύο επικρατέστερων στην τελική επιλογή.

Λύση όμως η οποία ως ρητή ή και εξυπακουόμενη ρύθμιση, δεν είναι η πλέον αντικειμενική, δικαία και αξιοκρατική. Η απλή μετά από ισοψηφία «κλήρωση»(ως η περίπτωση χρήσης νομίσματος, γράμματα ή κορώνα) είναι ζήτημα απλής τύχης. Είναι άξιο απορίας γιατί κρίθηκε κατά τη σύνταξη και έγκριση του Καταστατικού, ως η μόνη δυνατή ή υπαλλακτικά κατάλληλη διαδικασία επιλογής αντί της κατανόησης κατά τον οφειλόμενο αλληλοσεβασμό μεταξύ των Ιεραρχών. Άλλωστε η ευθύνη του κάθε μέλους της Ιεράς Συνόδου είναι να συμβάλει σε επιλογή Αρχιεπίσκοπου που όντως να διακηρύσσει και να προωθεί κοινή συναντίληψη για την προστασία και ανάδειξη της σημασίας της Εκκλησίας στη ζωή των Χριστιανών. Μια εκκλησία που θα αποβλέπει στην προστασία και βοήθεια του λαού, αλλά και του Κράτους.

Δεν μπορεί η όποια διαφορά άποψης ή προτίμησης προς τον ένα ή τον άλλον του τριπρόσωπου να επιλύεται από ένα τυχαίο γεγονός, ως είναι η λύση της «κλήρωσης». Ο μικρός αριθμός των μελών της Ιεράς Συνόδου επί ισοψηφίας θα πρέπει με την κατάλληλη κατανόηση και συναντήληψη να οδηγεί σε λύση που κύρια θα εκπέμπει, πάνω από κάθε προσωπική ευγενή επιθυμία, την ενότητα των μελών της. Ενότητα που προφανώς θα αναδείχνει σε δύναμη ώστε να είναι χάριν του λαού και του τόπου ενεργητική και χρήσιμη. Κατά τα άλλα καλά Χριστούγεννα.

*Πρώην Βουλευτής – Δικηγόρος