«Ρε φίλε, κατέβα να παίξουμε μάππα! Είσαι μέσα ρε; Κατέβα να παίξουμε, ήρταν τζιαι οι άλλοι!». Ασφαλώς δεν διάβαζα εκείνη την ώρα. Μάλλον θα έπαιζα pac-man ή donkey kong στο Atari για να μην απαντήσω άμεσα στον άλλο Γιώργο, τον Κατσούρη. «Αλλάζω τζι’ έρκουμαι!». Μη λερώσω το γκρίζο παντελόνι και το λευκό πουκάμισο της πρώτης γυμνασίου. Για όνομα. Τι θα πει η μαμά η οποία είχε πέντε παιδιά που ξεκινούσαν από λύκειο και έφταναν στο… νηπιαγωγείο. Πλυντήριο, άπλωμα, πλυντήριο, άπλωμα, σαν μέρα της μαρμότας ένα πράγμα.
Σφαίρα από τις σκάλες, στη χωράφα απέναντι, το ιδανικό γήπεδο ποδοσφαίρου για τα παιδιά της μεσοαστικής δασουπολίτικης γειτονιάς. Δυο πέτρες για πόρτα και… σφύριγμα για σέντρα. Ένα VAR να είχαμε θα γλιτώναμε και τους καβγάδες για το αν η μπάλα πέρασε μέσα, πάνω, ή στο πλάι της πέτρας. Αυτά είναι προβλήματα. Τρέξιμο, λαχάνιασμα, φωνές κακό μέχρι το σούρουπο ή ώσπου να βγουν οι μανάδες εν χωρώ (τι διάολο, συνεννοημένες ήταν;) για να φωνάξουν το κλασικό «Κωστή, Γιαννή, Γιώργοοοο, έλα να φάεις!!!». Άλλοι καιροί.
Σ’ εκείνο το απογευματινό ανέμελο λυκόφως με οδήγησε η είδηση θανάτου του Πελέ. Σαν άλλος μάντης Κάλχας, δύο μέρες πριν είχα παρακολουθήσει το αφιέρωμα του Netflix για τον παίχτη-φαινόμενο. Με τη διαφορά ότι εκείνος δεν περίμενε τη μητέρα του να του φωνάξει για φαγητό, γιατί φαγητό μάλλον δεν υπήρχε στο σπίτι, εξού και αναγκάστηκε ως παιδί να δουλεύει ως λουστραδόρος στους αφιλόξενους δρόμους. Και με τη διαφορά ότι εκείνος έπαιζε ποδόσφαιρο ξυπόλυτος έχοντας για μπάλα μια κάλτσα με… γέμιση από εφημερίδες. Τα υπόλοιπα για την μετέπειτα εκτόξευσή του στο στερέωμα είναι λίγο πολύ γνωστά.
Κρατάω ως κορυφαία στιγμή το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970 στο Μεξικό και τον τελικό ανάμεσα σε Βραζιλία και Ιταλία, με τη σελεσάο να κατακτά το τρίτο της τρόπαιο και τον Πελέ να ανοίγει το σκορ για την ομάδα του. Μαγικά πράγματα. «Είναι σαν να χορεύουν», λέει ο πατέρας μου κάθε φορά που βλέπει ματς της Βραζιλίας. Εκτός γηπέδου κρατάω κάτι άλλο από τον Πελέ. Πήρε το ταλέντο, το ήθος, τη φήμη, τη δόξα και το πάθος του και σήκωσε ψηλά τη φτωχή χώρα του που τότε η Δύση αγνοούσε. Οι Βραζιλιάνοι βρήκαν μια νέα αυτοπεποίθηση και από τότε όλα άλλαξαν. Τέτοια μπορεί να είναι η δύναμη ενός ανθρώπου. Στην προκειμένη, ευτυχώς ήταν αυτός, γιατί αλλού τους έλαχε Χίτλερ. Μοναδική «κόκκινη κάρτα» η ουδετερότητά του κατά τα χρόνια της χούντας, την οποία πολλοί δεν συγχώρεσαν.
Ασχέτως, κάπου πολύ μακριά από τη χώρα του, κάμποσα χρόνια μετά, κάποια παιδιά θα φώναζαν τον δικό τους κορυφαίο παίχτη, «Πελέ» – όχι εμένα, φυσικά – και κάποιες μανάδες θα τους χάλαγαν τη φάση λόγω βραδινού. Μικρές και μεγάλες εικόνες φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους, που συνδέονται από εκατομμύρια κλωστές, με δαιδαλώδεις πορείες, χωρίς άκρη. Αυτήν πρέπει να τη βρει ο καθένας μας και να αποφασίσει ποια θα είναι η δικιά του παρακαταθήκη. Πάντως, ο αντικειμενικά καλύτερος που υπήρξε ποτέ, έφυγε. Τα μαθήματα και οι αναμνήσεις μένουν για πάντα. Το ερώτημα για τον καθένα μας είναι, τι ψυχή θα παραδώσουμε;
Από «Φιλελεύθερα» 8/1