Ο Tal, που τ’ όνομά του σημαίνει πρωινή δροσοσταλιά γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Σίδνεϋ της Αυστραλίας σε μια υπερορθόδοξη εβραϊκή οικογένεια που τηρούσε με ευλάβεια τα έθιμα και τις παραδόσεις της ιουδαϊκής θρησκείας. Οι άντρες με τις μακριές γενειάδες, τις κοτσίδες και το κιπά στο κεφάλι, οι παντρεμένες γυναίκες με το κεφάλι ξυρισμένο, καλυμμένο με ένα σάλι στο σπίτι και με πανομοιότυπες περούκες κατά τις εξόδους τους, ντυμένες με σκούρα ρούχα που έκρυβαν τα χέρια και τα πόδια ακόμη και κατά τα καυτά καλοκαίρια. Έτσι θυμάται τη μητέρα, τις θείες, τις γιαγιάδες που ζούσαν όλες μαζί στο μικρό εβραϊκό γκέτο που όλο και μεγάλωνε εφόσον η κάθε οικογένεια έκανε οκτώ παιδιά. Ο ίδιος, ο βενιαμίν της οικογένειας, γλύτωσε την περιτομή, το κιπά, το σκουφάκι στο κεφάλι και την εκπαίδευση στο ιερό σχολείο, όταν στη ζωή της οικογένειας εμφανίστηκε η Επιστήμη, που έφερε τα πάνω κάτω στις ζωές τους, με ανατροπές, σεισμούς και μετασεισμούς στα μέχρι τότε ήσυχα και σταθερά θεμέλια του εβραϊκού γκέτο στην καρδιά της αυστραλιανής μεγαλούπολης.

 

Ο θείος David επαναστάτης και άσωτος υιός, ήταν αυτός που προκάλεσε το big bang στη σκληροπυρηνική κοινότητα εφόσον αντί να παντρευτεί στα είκοσί του όπως έκαναν οι συνομήλικοί του, με μια Εβραιοπούλα που θα του είχε βρει ο ραβίνος, το έσκασε από το γκέτο για τα μάτια της Ελληνίδας Επιστήμης, που όλοι τη φώναζαν με το υποκοριστικό Τήμη. Μια ψεύτικη ξανθιά καλλονή, μια δεκαετία μεγαλύτερή του, την οποία είδε στο νυχτερινό κέντρο όπου αυτή τραγουδούσε, όταν με το συνεργείο στο οποίο εργαζόταν, πήγαν για να κάνουν κάποιες επισκευές. Με τη σπαραχτική φωνή και τα κάλλη της μάγευε Έλληνες μα και ξένους που νυχτοξημερώνονταν στα μπουζούκια, σκορπώντας τον μισθό ή το μεροκάματό τους στα λουλούδια και στα πιάτα που έσπαγαν στα πόδια της.

 

Με τον θείο David ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Στα πόδια της Τήμης γονάτιζαν επιχειρηματίες και εργοστασιάρχες της παροικίας, αλλά αυτή δεν είχε πλέον μάτια για κανένα άλλο και έτσι παντρεύτηκε με το Εβραιόπουλο, το φτωχαδάκι, παρά τις αντιρρήσεις και τον πόλεμο της οικογένειας μα και όλης της κοινότητάς του. Όλα έγιναν όπως σε ασπρόμαυρη ελληνική ταινία. Τέλεσαν πολιτικό γάμο στο δημαρχείο του Σίδνεϋ, η νύμφη κατέφθασε με νυμφικό και ουρά δέκα μέτρων και δεκάδες παρανυμφάκια μεταξύ των οποίων ο Tal. Όσοι Εβραίοι τόλμησαν να παρακούσουν τον ραβίνο και να παρευρεθούν στο γαμήλιο γλέντι στο κέντρο Νεράιδα, θυμούνταν τη βραδιά αυτή στην υπόλοιπη ζωή τους σαν μια νύχτα Αποκαλύψεως.

 

Από τότε η ελληνική μουσική μπήκε λαθραία στο εβραϊκό γκέτο. Την άκουγαν στα κρυφά οι νέοι όταν έλειπαν οι μεγάλοι από το σπίτι και στα κρυφά επίσης οι μεγάλοι σαν έλειπαν τα παιδιά στο σχολείο. Στα αυτοκίνητα και στα ταξί ακουγόταν εκτός από τη φωνή της Τήμης που είχε κυκλοφορήσει πειρατικές κασέτες με τα τραγούδια της και οι φωνές του Καζαντζίδη, του Ζαγοραίου και του Αγγελόπουλου πάνω από γέφυρες, αυτοκινητόδρομους και την όπερα του Σίδνεϋ.

 

 

 

Ο Tal μεγάλωσε και στα τριανταέξι του παντρεύτηκε με μια Εβραιοπούλα που γνώρισε στο διαδίκτυο, άφησε την Αυστραλία για να εγκατασταθεί στη γη των προγόνων του, τη γη της Επαγγελίας. Εδώ γυρίζει με το ταξί τους δρόμους του Τελ-Αβίβ ανάμεσα στα Bauhaus κτίρια, τις πολυκατοικίες και τους πύργους, περνάει από την παραλία, το ρολόι, τα τζαμιά τις συναγωγές και τις εκκλησίες της Jaffa και αν τυχόν πέσει σε Έλληνα πελάτη τραγουδούν όλοι μαζί «Είναι γλυκιά η Dolce Vita που σ’ αιχμαλώτισε μια νύχτα», ξεχνώντας την πυκνή κίνηση και τις ουρές των αυτοκινήτων. Ξέρει απέξω όλους τους στίχους που τραγουδά με ελληνική προφορά κι ας μην καταλαβαίνει εντελώς τη σημασία τους.

 

Τα τραγούδια αυτά τον παίρνουν πίσω, στα παιδικά του χρόνια στην Αυστραλία. Την αυστηρή ανατροφή και εκπαίδευσή του αντιστάθμιζε η θεία Επιστήμη με τη μακριά ξανθιά χαίτη με τις μαύρες ρίζες και τα μαύρα μάτια που έβγαζαν σπίθες και κεραυνούς στην πίστα και στα γλέντια. Άστραφτε μαζί με τα ψεύτικα διαμαντικά που φορούσε στον λαιμό και στα αυτιά, προκαλώντας οργή θεού στους ευσεβείς ανθρώπους του γκέτο και χαρά στις μαυροντυμένες μαντηλοφορούσες Ελληνίδες σε γάμους, γιορτές και χοροεσπερίδες. Η Τήμη και ο David έγιναν σύμβολα δυο ανθρώπων που αντιτάχθηκαν στο πεπρωμένο τους, δεν παντρεύτηκαν συμπατριώτη ούτε ομόθρησκό τους. Η γυναίκα δεν κλείστηκε στο σπίτι μεγαλώνοντας παιδιά, αντ’ αυτού φορούσε τις αστραφτερές τουαλέτες της με τις πούλιες, τα στρασάκια και τ’ ανοίγματα στο πόδι, αυτή έφερνε τα χρήματα στο σπίτι ενώ ο θείος David φρόντιζε τα παιδιά, έφτιαχνε μουσακάδες και μπακλαβάδες, φιλοξενώντας και τον μικρό Tal τα Σαββατοκύριακα, τραγουδώντας τους «σε πλάνεψε η Dolce Vita αυτή που λεν ζωή γλυκειά…» περιμένοντας την Τήμη να επιστρέψει από τις περιοδείες της σε άλλες παροικιακές πόλεις.

dena.toumazi@gmail.com