Η γενιά των 50 και άνω πέρασε την παιδική της ηλικία διαβάζοντας παραμύθια όπως ο «Όλιβερ Τουίστ», το «Κοριτσάκι με τα σπίρτα» και άλλες θλιβερές ιστορίες. Αν τη γλυτώσαμε την κατάθλιψη, είναι γιατί πιστέψαμε πως όλα αυτά που περιγράφονταν ήταν πολύ μακρινά χρονολογικά. Κάπου στον 19ο αιώνα και πιο πριν. Τα είχαμε αφήσει πίσω και προχωρούσαμε σε εποχές ευδαιμονίας διαβάζοντας Τριβιζά και άλλα ευφάνταστα παραμύθια που στόχευαν στην καλλιέργεια της φαντασίας κι όχι στα συναισθήματα. Μπορεί να μην τη μοιραζόμαστε στα ίσα την ευδαιμονία, αλλά δεν θα μπορούσε ένα παιδί να κοιτάει από έξω μια βιτρίνα γεμάτη φαγητό κι αυτό να πεθαίνει της πείνας, ανάβοντας σπίρτα για να ζεσταθεί. Ούτε ένα παιδί στα 9 του θα μπορούσε να περπατά μονάχο του ψάχνοντας μια καλύτερη ζωή. Υπήρχε κάτι για όλους. Τουλάχιστον έτσι νομίζαμε απασχολημένοι με τα δικά μας, που είχαν να κάνουν με lifestyle ζητήματα.
Έχοντας μπει για τα καλά πλέον στον 21ο αιώνα, με πολλά από όσα γνωρίζαμε να έχουν καταρρεύσει, ακούμε για ιδρύματα που εκμεταλλεύονται εγκαταλελειμμένα παιδιά, ακούμε για ασυνόδευτους ανήλικους, πάνω – κάτω στην ηλικία του Όλιβερ Τουίστ, οι οποίοι διασχίζουν ηπείρους με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής, ακούμε πως υπάρχουν οικογένειες που δεν έχουν τα βασικά για να ζουν… Κι άμα πλησιάζουν οι μέρες των γιορτών, Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, ετοιμάζουμε πακέτα αγάπης, διοργανώνουμε παζαράκια, ξεπαστρεύουμε ντουλάπες και αποθήκες από ρούχα και παιχνίδια που έχουν ξεμείνει για να τα προσφέρουμε σε όσους έχουν ανάγκη, κατά που λένε κι οι εκκλήσεις για την επετειακή φιλανθρωπία. Τις υπόλοιπες μέρες δεν ξέρουμε πώς τα βγάζουν πέρα, αλλά με κάποιο τρόπο θα επιβιώνουν.
Σίγουρα, κανένας μας δεν μπορεί από μόνος του να σηκώσει το βάρος της δυστυχίας του κόσμου κι ούτε μπορούμε να ζούμε καθημερινά με την σκέψη σε όσους δυσπραγούν. Ωστόσο, αυτή η χριστουγεννιάτικη ευαισθησία έχει κάτι το αλλόκοτο. Βομβαρδιζόμαστε από παντού για να δώσουμε. Το ξέρουνε κι επιτήδειοι πως τα αισθήματα μας τέτοιες μέρες αμβλύνονται και οι δρόμοι γεμίζουν ανθρώπους που ζητάνε. «Για το άρρωστο –τάχα– παιδί», «για το νοίκι» «για μια δύσκολη εγχείρηση»… Όλοι αυτοί όμως, οι εποχιακοί ζητιάνοι, πάντα υπήρχαν. Αυτό που ενδεχομένως δεν υπήρχε ή δεν ήταν τόσο ορατό ήταν ιστορίες σαν του Όλιβερ Τουίστ. Ο οποίος δυόμισι αιώνες μετά ξαναζεί σε δομές του πλούσιου δυτικού κόσμου προσβλέποντας σε ένα καλό τέλος του δικού του παραμυθιού. Όσο για μας, ακόμα μας συγκινεί η ιστορία του Όλιβερ αλλά όχι ιστορίες που διαδραματίζονται δίπλα μας.