Είναι κάποιες ελάχιστες στιγμές στην ζωή μας που αισθανόμαστε πως κοινωνούμε μέσα από το δισκοπότηρο της Ιστορίας. Πως προσυπογράφουμε αυτή την ίδια την Ιστορία, Εθνική μα και Εκκλησιαστική. Που στην πολυτάραχη τούτη εσχατιά του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, βαδίζουν χέρι-χέρι. 

Πικρή και στυφή γεύση, αλλά κυρίως αρνητική σφραγίδα για την πνευματική και εθνική πορεία του τόπου άφησε η τραγική για την Χριστιανική Αλήθεια συμπαιγνεία της “Συμφωνίας του Μετοχίου”, μια καθοριστική στιγμή στην εκλογή του προηγούμενου Αρχιεπισκόπου. Μια καθ’ομολογία αρνητική ώρα στην πορεία της Κυπριακής Εκκλησίας. Μια φοβερή ύβρις κατά του Αγίου Πνεύματος.  Το είχαμε καλέσει την μιαν ημέρα να έλθει να φωτίσει τους εκλέκτορες να ψηφίσουν Αρχιεπίσκοπο, είδαν κάποιοι Δεσποτάδες μας πως δεν τους…”έβγαινε” και Τού είπαν “πήγαινε πίσω, να κάτσουμε να κάνουμε τα αλισβερίσια μας και να ξανάρθεις άμα σού ξαναπούμε…». Είχα όμως τότε και μια ευφορία στην ψυχή πως έκανα όντως την ορθή επιλογή, με τρόπο που έχει καταγραφεί στην Ιστορία. Για αυτό και πρέπει να το θυμόμαστε και στους νεότερους να το γνωστοποιούμε. 

Όλοι, μα όλοι οι σημερινοί Ιεράρχες, μα κυρίως ο λαός του Θεού στην Κύπρο μας, χρωστούμε και οφείλουμε, ως ελάχιστο “ευχαριστώ” και ύστατη “συγγνώμη”, την ανάδειξη του Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου στον Θρόνο του Αποστόλου Βαρνάβα.

Γιατί, αν έχουμε σήμερα ΜΙΑ Ορθόδοξη Εκκλησία στην Κύπρο, χωρίς σχίσμα και διάλυση το οφείλουμε στην όντως ηγετική και ποιμαντική και αγιοπνευματική στάση του και τότε εκλεκτού του λαού. Η οποία αναδείχθηκε αδιαμφισβήτητα και μάλιστα μέσα από μια σκληρή και αδυσώπητη μάχη από τον τότε πανίσχυρο κοσμικά και οικονομικά Κύκκου Νικηφόρο. Αναδείχθηκε όμως κυρίως ως ο κατ’ουσίαν εκλεκτός του Αγίου Πνεύματος

Το οφείλουμε όμως πρώτιστα προς τους ευτούς μας αλλά και προς την χειμαζόμενη μας Πατρίδα. Επειδή ακριβώς το Εθνικό μας χρέος δεν περικλείεται σε “πύρινους” λόγους και αναμνήσεις από κάποιες στιγμές “ηρωικής συγκυρίας”. Το Εθνικό μας χρέος και ιδιαίτερα εκείνο των Ιεραρχών μας αλλά κυρίως η ανιδιοτέλεια και η έλλειψη σκοπιμοτήτων αναδεικνύεται μέσα από αποφάσεις και πράξεις. Το 2007 η νεοσύστατη τότε Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου αποφάσισε και ίδρυσε Γραφείο στις Βρυξέλλες με στόχους, μεταξύ άλλων .” την προβολή και παρουσίαση της συνεχιζόμενης παράνομης κατοχής από τα τουρκικά στρατεύματα των χριστιανικών χώρων λατρείας που βρίσκονται στο βόρειο κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας…”, την “…ενημέρωση για την κλοπή και παράνομη εξαγωγή πέραν των 50 χιλιάδων βυζαντινών εικόνων, βυζαντινών τοιχογραφιών και άλλων βυζαντινών κειμηλίων…” και την “…προβολή και υποστήριξη του πνευματικού, πολιτιστικού και κοινωνικού έργου της Εκκλησίας της Κύπρου μέσα από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης….”. Γιατί προφανώς οι μάχες για την Πατρίδα παίρνουν άλλη διάσταση και μέσα από άλλο μετερίζι όπως επιτάσσουν οι συγκυρίες και οι καιροί.

Όσοι έχουμε θεσμικούς ρόλους σε σώματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ψηλαφήσαμε αυτό το ιδιαίτερα σημαντικό έργο και τους καρπούς του κάτω από την εμπνευσμένη καθοδήγηση του Χωρεπισκόπου Νεαπόλεως Πορφυρίου. Αλλά ξαφνικά και χωρίς την συγκατάθεση της Ιεράς συνόδου, αυθαίρετα και ετσιθελικά, ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β συνεπικουρούμενος από τον Μηροπολίτη Πάφου Γεώργιο και με την ανοχή και επικρότηση όσων προδοκούσαν στην “εύνοια” του Οικουμενικού Πατριάρχη για προώθηση στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο – ως και να επρόκειτο για κοσμική διαπλοκή εξουσίας- κατήργησαν την αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Κύπρου στην Έδρα της Ε.Ε και εκχώρησαν το κτήριο με ευτελές ενοίκειο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αλλά το ζήτημα δεν είναι η οικονομική διάσταση του πράγματος, όπως προσπάθησαν κάποιοι να το υποβιβάσουν. Δεν θα υπήρχε τίποτα μεμπτό αν συλλογικά η Σύνοδος αποφάσιζε να «δωρήσει» ένα κτήριο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι διαστάσεις είναι πολλές και …ανησυχητικά Εθνικές. Αλήθεια, μπορεί άραγε το Οικουμενικό Πατριαρχείο που δίνει αγώνα επιβίωσης στο Φανάρι, με την απόλυτη εξάρτηης από την εκάστοτε τουρκική κυβέρνηση, να υπερασπιστεί κατ’ελάχιστο τα δικά μας Εθνικά συμφέροντα; Αλλά κυρίως, μπορεί να διαμαρτηρηθεί εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας ή και της Κυπριακής Εκκλησίας; Προφανώς και όχι! 

Αυτήν την αντεθνική και αντιεκκλησιαστικη πράξη ας έχουμε, μαζί με όλα τα πιο πάνω, κατά νουν την ώρα που θα επιλέγουμε -στον βαθμό που μάς άφησαν και που μάς αναλογεί- τον Αρχιεπίσκοπο και Ποιμένα μας. Αλλά κύρια, ας την έχουν κατά νουν οι Ιεράρχες μας, την ώρα της δικής τους ευθύνης. Γιατί αν το κριτήριο τους είναι η όποια …προοπτική ανέλιξης, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για τιμημένο ράσο αλλά απλώς για στολή. 

Και ένα τελευταίο. Φαιδρό μέχρι και…διαπλοκικό ακούγεται το φτιαχτό σενάριο περί Ρωσσόφιλων και άλλων ηχηρών για τις μέρες μας, τίτλων αμφισβήτησης. Γιατί και εδώ τα υπερατλαντικά συμφέροντα έρχονται να βάλουν την γεωστρατηγική τους σφραγίδα ποδηγετώντας την Αρχιεπισκοπική εκλογή. Και αυτό από μόνο του θα έπρεπε να ανησυχήσει τις πατριωτικές δυνάμεις του τόπου. 

Ούτε Ρωσσόφιλος, ούτε Αμερικανόφιλος, λοιπόν. Μόνον …Θεόφιλος ποθούμε να είναι ο νέος διάδοχος του Αποστόλου Βαρνάβα. Γιατί προφανώς σαν τον Θεό κανένας δεν αγαπά και δεν γνοιάζεται την Κύπρο μας. Και η σχέση του Μητροπολίτη Λεμεσού με τις κορυφογραμμές της σύγχρονης αγιότητας είναι και εμφανής και ψηλαφητή.