Όσα μας δυσαρεστούν, όσα μας πληγώνουν, με λίγα λόγια όσα δεν μπορούμε να βαστάξουμε, τείνουμε να τα ξεχνούμε. Απολύτως ανθρώπινο. Χωρίς αυτούς τους μηχανισμούς δεν θα τα βγάζαμε πέρα λένε οι ειδικοί, που μιλούν για τα καλά της λήθης. Ωστόσο, όσα ζήσαμε με την πανδημία, δεν τα λες και μακρινό παρελθόν. Έκλεισαν μόλις τρία χρόνια από τότε, που λέξεις όπως Covid-19, κρούσματα, θάνατοι, περιοριστικά μέτρα, έγιναν μέρος της ζωής μας. Πλέον, τα αφήνουμε όλα πίσω μας και προχωρούμε μπροστά. 

Παρόλα αυτά, ακούω όλο και περισσότερους να μιλούν με νοσταλγία για τις μέρες των lockdown. «Δεν θα έλεγα όχι σε δύο εβδομάδες κλεισούρας στο σπίτι», έλεγε πρόσφατα ένας γνωστός. Και οι υπόλοιποι στην παρέα, απλά ξινίσαμε τα μούτρα μας ακούγοντάς τον, γιατί θυμόμασταν πολύ καλά, πως τότε δεν άφησε εκδήλωση για εκδήλωση κατά των μέτρων που να μην είχε πάει ή συζήτηση στα κοινωνικά δίκτυα που να μην καταφερόταν εναντίον των κυβερνώντων και των γιατρών «που μας στερούσαν την ελευθερία μας». 

Λίγους μήνες αργότερα νοσταλγεί εκείνες τις ημέρες. Που δεν χρειαζόταν να τρέχει κάθε απόγευμα τα παιδιά στα ιδιαίτερα, που ήταν σπίτι και ο μισθός ερχόταν και τον έβρισκε χωρίς να δουλεύει, που αν και οι τόποι που μπορούσε να πάει ήταν ελάχιστοι, γέμιζε το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου του με 30 ευρώ. Έτρωγε καθημερινά σπιτικό φαγητό, μιας και η γυναίκα του ήταν και αυτή σπίτι και δεν ανησυχούσε για τις δόσεις των δανείων του, καθώς είχε πάρει αναστολή. 

Εννοείται πως τα lockdown δεν ήταν και ό,τι καλύτερο μπορούσε να μας συμβεί. Το αντίθετο, ήταν μια περίοδος σκοτεινή και δύσκολη, καθώς είχαμε να αντιμετωπίσουμε μια θανατηφόρα ασθένεια και επιπλέον τα περιοριστικά μέτρα και η αβεβαιότητα μας τσάκισε τα νεύρα. Ειδικά, η στέρηση της ελευθερίας είχε πολύ μεγάλο αντίκτυπο στην ψυχική μας υγεία με το μεγαλύτερο τίμημα να το πληρώνουν, ως συνήθως, οι πιο ευάλωτοι.

Παρόλα αυτά κάποιοι ήδη έχουν ξεχάσει. Και μπροστά στο βουνό των προβλημάτων που έχουμε να αντιμετωπίσουμε νοσταλγούν εκείνες τις μέρες. Ίσως γιατί δεν ήταν οι χειρότεροι καιροί όπως τότε πιστεύαμε. Ίσως γιατί μπροστά στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε τώρα, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος της υπερβολής μας. «Ήταν οι καλύτεροι καιροί, ήταν οι χειρότεροι καιροί, ήταν η εποχή της σοφίας, ήταν η εποχή της ανοησίας». Με αυτό τον τρόπο, ξεκινά η «Ιστορία δύο πόλεων», του Τσαρλς Ντίκενς. Μάλλον με αυτό τον τρόπο πορεύεται και η ίδια μας η ζωή.