Τα στατιστικά στοιχεία, αν και εμφανώς βελτιωμένα σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη, είναι εκεί και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο εφησυχασμού: Τα τελευταία πέντε χρόνια, από το 2017 μέχρι σήμερα, συνολικά 285 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε τροχαία δυστυχήματα. Το 2017 ήταν 53, την επόμενη χρονιά 49, έπειτα 52, 48, 45 και τη χρονιά που μας πέρασε 38. Βάσει των στατιστικών στοιχείων, το 2022 το ποσοστό μείωσης των θανατηφόρων δυστυχημάτων που έχουν προκληθεί από οδικές συγκρούσεις ανέρχεται στο 15,6% σε σχέση με το 2021, σε 20,8% σε σύγκριση με το 2020 και σε 26,9% σε σχέση με το 2019. Μείωση που οι αρμόδιοι αποδίδουν σε μεγάλο βαθμό στην έλευση και λειτουργία του συστήματος φωτοεπισήμανσης, τις γνωστές κάμερες της τροχαίας. 

Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Βοήθησε στα αλήθεια η τοποθέτηση του συστήματος φωτοεπισήμανσης στα φώτα τροχαίας, όπου αποδεδειγμένα σπάνια σημειώνονται θανατηφόρα δυστυχήματα; Αναμφισβήτητα η λειτουργία των καμερών στα φώτα τροχαίας συνέβαλε καταλυτικά στη μείωση του αριθμού των οδικών συγκρούσεων, αφού πλέον οι οδηγοί γνωρίζουν πως αν παρανομήσουν, θα καταγραφούν από τις κάμερες και θα τους επιδοθεί εξώδικο πρόστιμο. Το γεγονός αυτό επέφερε μεγαλύτερη συμμόρφωση στους δρόμους, με τους οδηγούς να κινούνται πλέον με χαμηλότερες ταχύτητες, να οδηγούν πιο προσεκτικά και να τηρούν τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη. Όσο όμως κι αν οι ιθύνοντες επιχαίρουν με την ομολογουμένως σημαντική βελτίωση των δεικτών, τα στατιστικά στοιχεία δεν καταδεικνύουν ταυτόχρονα και καθοριστική μείωση των θανατηφόρων οδικών συγκρούσεων. Διότι στο τέλος της ημέρας, το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι άλλο από την ανθρώπινη ζωή, η αξία της οποίας είναι ανεκτίμητη και απροσμέτρητη. 

Διακόσιοι ογδόντα πέντε άνθρωποι νεκροί στην άσφαλτο από το 2017, οι πλείστοι πολύ νέοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους. Καθένας από αυτούς είχε γονείς που δεν θα συνέλθουν ποτέ, παιδιά που έμειναν πια ορφανά, συντρόφους που θα ζουν εσαεί με μια ανεπούλωτη αιμάσσουσα πληγή. Κι όλα αυτά δίχως να συνυπολογίζονται οι σοβαροί τραυματισμοί από τις τροχαίες συγκρούσεις, που έχουν ως αποτέλεσμα μακρόχρονες νοσηλείες, πολυδάπανες θεραπείες και μόνιμες αναπηρίες.

Στον άνισο πόλεμο της ασφάλτου, όπου η ανθρώπινη ζωή χάνεται άδικα μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, η Κύπρος εξακολουθεί να πληρώνει κάθε χρόνο βαρύ φόρο αίματος. Είναι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο που δεν πρέπει να στεκόμαστε επιδερμικά στη βελτίωση των δεικτών, αφού αμετάθετος στόχος πρέπει να είναι τα μηδενικά θανατηφόρα από οδικές συγκρούσεις. Και το ερώτημα που τίθεται είναι αν οι κάμερες της τροχαίας –σταθερές ή κινητές– και γενικότερα τα μέτρα καταστολής μπορούν από μόνα τους να ανακόψουν την πορεία θανάτου στους δρόμους ή αν χρειάζονται και πρόσθετες σωτήριες δράσεις.

Όταν ο ανθρώπινος παράγοντας αποτελεί, κατά γενική παραδοχή, τη σημαντικότερη αιτία θανάτου στους δρόμους, οι αρμόδιοι δεν μπορεί να εξαντλούν τη δράση τους μόνο σε κατασταλτικά μέτρα. Διότι η υπερβολική ταχύτητα, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, η μη χρήση ζώνης ασφαλείας ή προστατευτικού κράνους, μπορεί αποδεδειγμένα να αποτελούν τους «δολοφόνους» της ασφάλτου, ωστόσο, φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από τον υπέρογκο αριθμό των καταγγελιών πως τα τσουχτερά πρόστιμα δεν είναι αρκετά από μόνα τους να δαμάσουν τον Κύπριο οδηγό. Από την άλλη μπορεί οι κάμερες να μην αποτελούν πανάκεια, δείχνουν όμως ότι δουλεύουν. Όπου λοιπόν δεν πίπτει λόγος, να συνεχίσει να πίπτει ράβδος. Έως ότου καταφέρουμε κάποτε να αποκτήσουμε παιδεία και οδική συνείδηση. 

panayiota.charalambous@phileleftheros.com