Οι αριθμοί έχουν τη δική τους σημασία στην ανάγνωση της συμπεριφοράς του εκλογικού σώματος. Μέσα από την ιστορία των προεδρικών εκλογών της τελευταίας εικοσαετίας, δηλαδή από το 2003 μέχρι και σήμερα, μπορούν να εξαχθούν πολλά συμπεράσματα ως προς τη στάση της κοινωνίας των πολιτών, έναντι της πολιτικής και των πολιτικών. Είναι αυτά τα διαχρονικά μηνύματα τα οποία εξέπεμπε μια μεγάλη μερίδα του εκλογικού σώματος και τα οποία, το πολιτικό σύστημα της χώρας είτε αδυνατούσε να αντιληφθεί, είτε απέφευγε σκοπίμως να ασχοληθεί μαζί τους.

Το γεγονός, ίσως, ότι δεν είχαν άμεσο κόστος, τους ωθούσε στο να κρύβουν τα προβλήματα κάτω από το χαλί, εξαντλώντας την όλη συζήτηση και προβληματισμό τους, από τη νύκτα των εκλογών, μέχρι, το πολύ, τα εκλογικά τους συνέδρια. Και αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι θα ήταν στην πλευρά των χαμένων. Διότι οι νικητές πάντα βρίσκονται υπό την επήρεια της μέθης και της ευφορίας, χαμένοι στους πανηγυρισμούς. 

Με αφορμή την προηγούμενη στήλη και τους προβληματισμούς που εκφράστηκαν για το κατά πόσο βιώνουμε την κυπριακή εκδοχή του τέλους των ιδεολογιών και τις διαχρονικές ευθύνες των κομμάτων, παλιά καραβάνα της πολιτικής, μου έστειλε μήνυμα, γράφοντας μου χαρακτηριστικά το εξής: «Να είσαι σίγουρος ότι την επομένη των εκλογών, θα φταίνε όλοι οι άλλοι, πάλι, εκτός από τα κόμματα». Και ναι, αυτή είναι η πραγματικότητα και αυτή ακριβώς η συμπεριφορά είναι που αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία αλλά και τον τροφοδότη, των παθογενειών του πολιτικού μας συστήματος. Επειδή αυτή η συμπεριφορά είναι που εδραιώνει, μεταξύ άλλων, την αντίληψη περί χάσματος μεταξύ κοινωνίας των πολιτών και πολιτικής. Ο κόσμος θεωρεί ότι δεν αποτελεί μέρος των αποφάσεων και ότι δεν μπορεί να αλλάξει πολλά πράγματα με την ψήφο. Η απογοήτευση του μετατρέπεται σε αποστροφή ή ακόμα χειρότερα, εκφράζεται εκδικητικά στην κάλπη, με όλες τις παρενέργειες που συνεπάγεται η πράξη αυτή. 

Παρακολουθώντας στατιστικά τη συμπεριφορά του εκλογικού σώματος, βλέπουμε ότι η αποχή στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές, έφτασε το 28,12%. Τι σημαίνει αυτό; Σχεδόν ένας στους τρεις δεν προσήλθε στην κάλπη και δεν άσκησε το εκλογικό του δικαίωμα. Σε απόλυτους αριθμούς, από τις 550,876 των ψηφοφόρων, δεν ψήφισαν 154.927 άτομα. Οι αριθμοί αυτοί έχουν ακόμα μεγαλύτερη σημασία, σε αντιπαραβολή με τον αριθμό των ψήφων που έλαβαν οι υποψήφιοι. Ο Νίκος Αναστασιάδης για παράδειγμα, ο οποίος έλαβε ποσοστό 35,51%, σε απόλυτους αριθμούς έλαβε 137.268 ψήφους. Ο Σταύρος Μαλάς με ποσοστό 30,24%, έλαβε 116,920 ψήφους και ο Νικόλας Παπαδόπουλος με ποσοστό 25,74%, έλαβε 99,508 ψήφους.

Πηγαίνοντας στο 2013, από τις 545.491 ψηφοφόρους, ψήφισαν οι 453.534 με την αποχή να είναι στο 16,86%. Δεν ψήφισαν δηλαδή 91.957 άτομα. Τότε, δηλαδή στις προεδρικές του 2013, ο Σταύρος Μάλας είχε πάρει σε ποσοστό ψήφων 26,91%. Σε απόλυτους αριθμούς όμως, είχε λάβει 118.755 ψήφους, δηλαδή σχεδόν 2 χιλιάδες περισσότερους ψήφους από το 2018, όταν είχε λάβει σχεδόν 4% μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων. Και ο λόγος ασφαλώς ήταν η μικρότερη συμμετοχή του κόσμου στην κάλπη. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του Γιώργου Λιλλήκα, ο οποίος έλαβε 24,93% σε ποσοστό και σε αριθμό ψήφων 109,996. Δηλαδή, δέκα χιλιάδες περισσότερους ψήφους από τον Νικόλα Παπαδόπουλο το 2018, ο οποίος όμως έλαβε μεγαλύτερο ποσοστό. 

Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω στις προεδρικές εκλογές του 2008, σε σύνολο εγγεγραμμένων ψηφοφόρων 516,441, ψήφισαν 462,847 και η αποχή ήταν 53,594 άτομα ή ποσοστό 10,38%. Ο Ιωάννης Κασουλίδης έλαβε 33,51% ή 150.996 ψήφους. Δεκατρείς χιλιάδες περισσότερες ψήφους, δηλαδή, από τον Νίκο Αναστασιάδη το 2018 που είχε καταγράψει ποσοστό 35,51%. Ο Δημήτρης Χριστόφιας με ποσοστό 33,29% είχε λάβει σε απόλυτο αριθμό ψήφων 150,016 ψήφους και ο Τάσσος Παπαδόπουλος με ποσοστό 31,79, είχε λάβει 143.249 ψήφους.

Με απλά λόγια, ανεξάρτητα από το ποσοστό, σε απόλυτους αριθμούς, οι ψήφοι που λαμβάνουν μειώνονται. Αυτό σημαίνει κατ’ επέκταση και πολλά άλλα. Και κάποια στιγμή, αυτό πρέπει να προβληματίσει σοβαρά όλους.