Δεν ξέρω ποιοι είναι οι επικοινωνιολόγοι του κ. ΝίκουΧριστοδουλίδη, φαντάζομαι ότι διαθέτει. Κάνει απίθανα μεγάλη καμπάνια. Δεν έχει όμως και τόση σημασία. Ό,τι και αν λέει ή πράττει, καλό ή κακό, αντανακλά στον ίδιο.

  Ευθέως, λοιπόν, θα πω ότι με ενόχλησε πολύ (αλλά δίχως και να με εκπλήττει πια) η δήλωσή του σε πρόσφατη συνέντευξη ότι «εμάς δεν μας ενδιαφέρει ποιος θα είναι στον δεύτερο γύρο» των εκλογών.

  Μπορεί οι δημοσκοπήσεις να του δίνουν προβάδισμα έναντι των άλλων. Μπορεί –και δικαιούται ασφαλώς– να είναι χαρούμενος και αισιόδοξος.

  Δεν δικαιούται όμως να εμφανίζεται αλαζών. Η πιο πάνω φράση του, αν δεν είναι απλώς άστοχη ή κακά διατυπωμένη, εύκολα χαρακτηρίζεται ως προσβλητική. Απαξιώνει τους αντιπάλους και προσβάλει τους μη οπαδικούς πολίτες.

  Επειδή δεν τα πάει και πολύ καλά με την εκφορά του λόγου, υποθέτω ότι ήθελε να πει κάτι σαν: «Εμείς κοιτάμε τη δική μας πορεία, πιστεύουμε πως θα είμαστε στον δεύτερο γύρο και όποιος και να είναι μαζί μας, θα δώσουμε τη μάχη της τελικής επικράτησης».

  Το «δεν μας ενδιαφέρει» –επαναλαμβάνω– είναι απρεπές.

  Οι εκλογές, ξέρετε, είναι μια σοβαρή υπόθεση. Κι όσοι εκδηλώνουν συμπεριφορές τέτοιες, κάποια στιγμή, όταν αλλάξουν οι συνθήκες (ευτυχώς στην πολιτική δημοκρατικών κρατών δεν υπάρχουν μόνιμοι κάτοχοι της εξουσίας), πέφτουν με θόρυβο! Θυμίζω τον Τραμπ. Θυμίζω τον Τσίπρα. Αλαζόνες, αμφότεροι! Είχαν ψηλά στην ατζέντα τους την υπενθύμιση «μη ξεχάσω σήμερα να προσβάλω τους αντιπάλους μου».

  Σε ένα άλλο θέμα τώρα, που το πιάσαμε και χτες. Η αέναη περιπέτεια για την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα εκεί από όπου τα έκλεψε ο Έλγιν, έχει μερικές ενδιαφέρουσες, όσο και επίπονες ομοιότητες με το αιώνιο ζήτημα του Κυπριακού, όπου και εκεί ζητούμε να μας επιστραφούν τα βιαίως κλαπέντα.

  Με τα Μάρμαρα, έχουμε φτάσει πολύ κοντά τώρα. Όπως κατά καιρούς και με το Κυπριακό. Φαίνεται πως έχει αλλάξει δραστικά η στάση του Λονδίνου. Πληροφορίες αναφέρουν ότι θα επιστραφούν, αλλά ζητείται φόρμουλα, ώστε να μην φαίνεται ηττημένη καμία πλευρά. Αντιγράφω ένα καίριο, σχετικό απόσπασμα από τη στήλη «Μάσκες» της «Καθημερινής Αθηνών», από τον Μιχάλη Τσιντσίνη:

  «Όποιος φωνάζει ότι δεν θέλει “κανέναν συμβιβασμό”, δεν θέλει λύση. Εκτός αν υπάρχει κανείς που πιστεύει ότι το Βρετανικό Μουσείο θα αναγνωρίσει μετά δύο αιώνες τον εαυτό του ως κλεπταποδόχο και θα στείλει μετανιωμένο τα Γλυπτά στην Ελλάδα. Αν υπάρξει λύση –δηλαδή επανένωση του ακρωτηριασμένου μνημείου– δεν μπορεί παρά να μεταμφιεστεί με μια νομική αλληγορία που θα διασώζει για τους Βρετανούς τα προσχήματα. Εμείς τα Γλυπτά. Αυτοί τα προσχήματα».

  Ο Τσιντσίνης τα γράφει αυτά, με αφορμή την αντίδραση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, τώρα ειδικά που μπήκαμε σε προεκλογικό παροξυσμό. Η αρμόδια για τον Πολιτισμό στον ΣΥΡΙΖΑ κα. Σία Αναγνωστοπούλου, έκανε λόγο για «εκχώρηση του εθνικού μας πλούτου», και «υποχώρηση από τα δίκαια της χώρας». Η αντίδραση αυτή, απορρέει μόνο από δημοσιεύματα του βρετανικού Τύπου… Μόνο!

  Όπως και να ’χει –και δίχως διάθεση υποτίμησης της δικής μας «εθνικής υπόθεσης» ( έχουν φροντίσει άλλωστε πολλοί για την υποτίμησή της!» – ισχυρίζομαι, προσυπογράφοντας απόψεις και σαν του Ευαγγέλου Βενιζέλου που δημοσίευσα χθες, ότι συμφωνίες δύσκολες, χωρίς θάρρος και λογική, δεν μπορούν να επιτευχθούν.

  Τα … επαναστατικά, ιδίως όταν περιορίζονται μόνο στα λόγια και στις καταδίκες, είναι πλέον μόνο για τα πανηγύρια. Και δη τα πολιτικά πανηγύρια !…