Βρισκόμαστε μια ανάσα από τις Προεδρικές Εκλογές της 5ης Φεβρουαρίου και δύο από την επαναληπτική εκλογή της 12ης του ίδιου μήνα. Στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις μισό εκατομμύριο του πληθυσμού έχει δικαίωμα να προσέλθει στις κάλπες για να επιλέξει έναν εκ των 14 που έχουν υποβάλει την υποψηφιότητά τους. Στα εκλογικά κέντρα, η ταυτοποίηση των ψηφοφόρων θα γίνεται με τη χρήση εκλογικού βιβλιαρίου ή με πολιτική ταυτότητα.  

Οι επερχόμενες εκλογές είναι Προεδρικές, δεν είναι ούτε βουλευτικές αλλά κυρίως δεν είναι ούτε κομματικές. Το εκλογικό σώμα καλείται να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεν θα εκλέξει νέα Βουλή των Αντιπροσώπων, ούτε νέο αρχηγό κόμματος, ούτε οτιδήποτε άλλο. 

Ωστόσο, όλο αυτό το διάστημα παρακολουθούμε μια έντονη προσπάθεια δαιμονοποίησης οτιδήποτε θεωρείται πως κινείται αντίθετα με αυτό που πολιτικά κόμματα κρίνουν ως ορθό. Οποιοσδήποτε επιλέγει να κινηθεί εκτός και ενάντια σε κομματικές αποφάσεις στήνεται στον τοίχο, κατηγορείται, εκτελείται. Καταβάλλεται προσπάθεια και πιέζονται ψηφοφόροι να ακολουθήσουν τις αποφάσεις του κόμματος. 

Όμως δεν είναι βουλευτικές εκλογές που έχουμε, για να στηριχθεί και να ενισχυθεί το κόμμα προκειμένου να έχει ανάλογο εκτόπισμα μέσα στη Βουλή. Έχουμε προεδρικές εκλογές και εκείνο το οποίο καλούνται να ψηφίσουν οι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι νομοθετικό σώμα, αλλά εκτελεστική εξουσία. Γι’ αυτό και είναι εκ του πονηρού που μπαίνουν κάποια ερωτήματα ή εγείρονται αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα διακυβέρνησης λόγω του ότι ενδεχομένως ένας Πρόεδρος δεν θα έχει πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. 

Δεν είναι όμως κοινοβουλευτικό το σύστημα της Κύπρου, ώστε η εκάστοτε κυβέρνηση να χρειάζεται και την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το πολιτικό σύστημα της Κύπρου, ως γνωστό είναι προεδρικό και με εξαίρεση τον Μακάριο κανένας άλλος Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είχε καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του πλειοψηφία εντός του κοινοβουλίου. Στη μετά Μακάριο εποχή όλοι ανεξαιρέτως οι ΠτΔ ξεκινούσαν τη θητεία τους με μια σχετική πλειοψηφία, πλην όμως στο τέλος τους έμενε μόνο του κόμμα τους και όλοι οι άλλοι πήγαιναν απέναντι. Όμως όλα αυτά τα χρόνια δεν σταμάτησε να λειτουργεί η Δημοκρατία. Ούτε και υπήρξε πολιτικό αδιέξοδο ένεκα κυβέρνησης μειοψηφίας. 

Στις μεγάλες αποφάσεις πάντα υπήρχε πλειοψηφία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η απόφαση για ένταξη στη ζώνη του ευρώ: Κυβέρνηση Τάσσου Παπαδόπουλου, με εξαίρεση τον ΔΗΣΥ τα άλλα κόμματα ήταν συγκυβέρνηση. Στη κρίσιμη εκείνη ψηφοφορία η πλειοψηφία εξασφαλίστηκε γιατί ο ΔΗΣΥ ψήφισε υπέρ της ένταξης στη ζώνη του ευρώ, αφού το ΑΚΕΛ που ήταν η μεγάλη συνιστώσα της τότε κυβέρνησης, είχε διαφορετική προσέγγιση. 

Άρα, τη δεδομένη στιγμή, είτε κάποιος είναι συμπολίτευση είτε αντιπολίτευση, θα τοποθετηθεί σύμφωνα με το πώς θα κρίνει ότι συμφέρει τον τόπο ή το κόμμα. Και αναλόγως των επιλογών που θα γίνουν θα τύχουν και της σχετικής επιβράβευσης ή τιμωρίας από το εκλογικό σώμα. Και το εκλογικό σώμα έδειξε πολλές φορές ότι ξέρει να επιβραβεύει και να τιμωρεί πολιτικούς και κόμματα, αναλόγως του πώς συμπεριφέρονται έναντι του τόπου. 

Και το εκλογικό σώμα δεν είναι εκείνοι που κατέχουν κομματική ταυτότητα. Αυτοί μόνο μερικές χιλιάδες είναι. Εκλογικό σώμα είναι οι δεκάδες χιλιάδες των πολιτών που όταν κρίνουν ότι οι επιλογές και πολιτικές ενός κόμματος δεν στρέφονται προς το γενικό καλό, τιμωρούν.

Είναι λοιπόν, μια ανάσα πριν τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, κάποιοι να κοιτάξουν έξω από τα κομματικά γραφεία και να δουν τον πραγματικό κόσμο. Να δουν πέραν από τα κομματικά στελέχη που παρευρίσκονται στις συγκεντρώσεις. Γιατί φαίνεται πως παρά τις περιοδείες και τις συναντήσεις τους, είναι πολύ δύσκολο να μπουν στα παπούτσια του απλού ψηφοφόρου, αυτού που μπορεί να έχει το κόμμα της προτίμησής του, χωρίς ωστόσο να αισθάνεται δέσμιος στις όποιες αποφάσεις και επιλογές του χώρου από τον οποίο προέρχεται. Και όποιος δεν κατάφερε να μπει στα παπούτσια του απλού ψηφοφόρου, την πάτησε.