
Η πολιτικοποίηση του ζητήματος της μαντίλας ή «χιτζάμπ», εν όψει των προεδρικών εκλογών είναι κάτι που εισάγει στην προεκλογική συζήτηση το ζήτημα της αρχής της ουδετεροθρησκείας(laïcité), και συνάμα, το ζήτημα στην ελεύθερη έκφραση θρησκευτικών πεποιθήσεων.
Τα κράτη που απαγορεύουν τις διακρίσεις λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων και εγγυούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο την ισότιμη συνύπαρξη των ελεύθερων πολιτών τους, μπορούν με ευκολία να χαρακτηριστούν ως κοσμικά. Η ουδετεροθρησκεία όμως, αφορά τον χωρισμό των θρησκειών από το κράτος, όχι από την κοινωνία.
Αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς προς τη συζήτηση για κατάργηση θρησκευτικών συμβόλων στους δημόσιους χώρους θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τα σχολικά ιδρύματα, και να ακολουθήσουμε τον Ζιλ Φερί, ο οποίος είναι ο πατέρας του σημερινού δημόσιου γαλλικού σχολείου, του δωρεάν, υποχρεωτικού και ουδετερόθρησκου, και είναι αυτός που θέσπισε την υποχρεωτικότητα της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και τη θρησκευτική ουδετερότητα, καταργώντας το μάθημα των θρησκευτικών και αντικαθιστώντας το με μάθημα «ηθικής και πολιτικής αγωγής»(ΣΖ). Η πιο πάνω λογική ωστόσο, δέχθηκε μεγάλη στρέβλωση στη γαλλική πραγματικότητα με αποτέλεσμα μειονοτικές ομάδες να υφίστανται δυσμενή διάκριση μέσα στα σχολικά ιδρύματα.
Στο δια ταύτα, το αν η ισλαμική μαντίλα αποτελεί σύμβολο καταπίεσης ή θρησκευτική ελευθερία, είναι μια συζήτηση που διεξάγεται στη δημόσια σφαίρα του ευρωπαϊκού κόσμου με ιδιαίτερο πάθος και δεν αποτελεί κυπριακή ιδιαιτερότητα. Η επιθυμία μίας γυναίκας να φέρει στο λαιμό της έναν τεράστιο σταυρό και να ντύνεται με μακρυμάνικα ρούχα, θα πρέπει να υπερασπίζεται ως δικαίωμα, με την ίδια ένταση της επιθυμίας μίας άλλης γυναίκας, να φοράει μαντίλα. Αυτά, με την προϋπόθεση βεβαίως, ότι ζουν μέσα σε ένα κράτος το οποίο αποδέχεται και σέβεται ισότιμα όλες τις θρησκείες. Διαφορετικά, αν συζητάμε για συνθήκες όπου τα θρησκευτικά σύμβολα ενέχουν το πρόσημο του καταναγκασμού και της υποχρεωτικότητας, τότε φυσικά, εκεί διακυβεύεται ένα σημαντικό σύνολο ελευθεριών.
Αν λοιπόν αποφασίσουμε ότι δια νόμου θα απαγορεύσουμε την μαντίλα σε δημόσιους χώρους, διότι έχουμε προαποφασίσει ότι όλες οι γυναίκες που την φέρουν, αποτελούν σίγουρα ανυπεράσπιστα υποκείμενα καταπίεσης, τότε ενέχονται πολλοί προβληματισμοί:
Η ενέργεια να απαγορευτεί ένα μέρος ένδυσης μιας συγκεκριμένης παράδοσης στα πλαίσια μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας, εκτός από επιπόλαιη, είναι και επικίνδυνα αυταρχική- κανείς μας δε θα δεχθεί(και ούτε πρέπει ποτέ να δεχθεί), να του ορίσει κάποιος τι μπορεί και τι δεν μπορεί να φοράει. Πολλώ δε μάλλον, αυτός ο κάποιος να είναι το κράτος. Επιπλέον, η αντίληψη ότι όλες ανεξαιρέτως οι γυναίκες που φέρουν μαντίλα αποκλείεται να αποτελεί δική τους αυτόβουλη ενέργεια, μπορεί να ειπωθεί μόνο σε ένα πλαίσιο τοξικού πατερναλισμού. Σε ένα ευρωπαϊκό κράτος, καλύτερα να το αποφεύγαμε. Τέλος, η μη κατανόηση της διάκρισης μεταξύ του πολιτικού και πολιτισμικού ισλάμ, όπου το πρώτο αντιβαίνει στις αρχές του Διαφωτισμού, και το δεύτερο αποτελεί σημαντικό μέρος του ευρωπαϊκού κόσμου, μάλλον οφείλεται σε ιστορική στενότητα. Το να πιστεύουμε ότι το Ισλάμ είναι κάτι μονοσήμαντο, είναι τουλάχιστον άδικο. Όπως ακριβώς ισχύει και με τις υπόλοιπες θρησκείες.
*Μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Νεότερης Ιστορίας – Πάντειο Πανεπιστήμιο