Στη συνέντευξή του στον «Φ» στην έκδοση της Πρωτοχρονιάς, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης, έκανε μια «σπουδαία ανακάλυψη» με την υπόδειξη ότι ζουν με ψευδαισθήσεις όσοι πιστεύουν ότι με καλοπιάσματα της Τουρκίας μπορούν να αλλάξουν τα δεδομένα και να οδηγηθεί σε λύση το Κυπριακό. Συμπληρώνοντας, ανέφερε ότι, «διαφορετικό είναι να ζεις με την ελπίδα και να καλλιεργείς την ελπίδα και διαφορετικό να διαπιστώνεις στη διάρκεια της διαπραγμάτευσης πως άλλα προσδοκούσες και ανέμενες και άλλα αντιμετωπίζεις. Εκεί είναι που προσγειώνεσαι και κατανοείς ακόμα περισσότερο το πού στοχεύει ο συνομιλητής σου».
Λυπάμαι να παρατηρήσω κ. Πρόεδρε, μάλλον πρέπει να είστε ο τελευταίος που το κατάλαβε! Αν για μία τόσο απλή διαπίστωση -την οποία έχει αντιληφθεί ο μέσος Κύπριος πολίτης- ένας πολιτικός, της εμβέλειας και της εμπειρίας τού νυν Προέδρου χρειάστηκε για να το καταλάβει μια τόσο μακρόχρονη πολιτική σταδιοδρομία και δη τα τελευταία δέκα χρόνια στο ύπατο αξίωμα, δεν τον τιμά καθόλου κι αυτή είναι η μία εκδοχή. Υπάρχει όμως και δεύτερη. Ότι, δηλαδή, η διαπίστωση μέσα από σωρεία γεγονότων και διαπραγματευτικών συναντήσεων ήταν επαναλαμβανόμενη, από την οποία, η όποια ελπίδα μετατρέπετο σε όνειρο θερινής νυκτός και ο ηγέτης, εξακολουθούσε να καλλιεργεί την ίδια ελπίδα στον λαό -βολική για τη φιλοδοξία των κομματικών του προσδοκιών- παρά τα οφθαλμοφανή συμπεράσματά του, απλά και μόνο για να διαιωνίζει την πολιτική του ύπαρξη. Αυτή η εκδοχή, παραπέμπει σε κοροϊδία. Είναι αδιανόητο να μην μπορεί να αντιληφθεί ένας τόσο έμπειρος πολιτικός τι εστί προσδοκία και πόσο εφικτή είναι η πραγματοποίησή της ή μη και σε ποιο βαθμό. Τα συμπεράσματα δικά σας.
Σε άλλο σημείο της συνέντευξής του ο Πρόεδρος αναφέρει ότι, «για να είσαι ασφαλής στα συμπεράσματα θα πρέπει να ανατρέξεις σε ολόκληρη την ιστορία του Κυπριακού, στις κατά καιρούς προσπάθειες των τουρκικών κυβερνήσεων που δεν ήταν άλλες απ’ ό,τι σήμερα διεκδικούν. Δηλαδή, είτε ένα κράτος που μέσα από τους μηχανισμούς θα ελέγχεται από την Τουρκία είτε με τη δημογραφική αλλοίωση. Και αν δεν επιτυγχάνετο τούτο θα έπρεπε, κατά την τουρκική πολιτική, να υπάρχει ένας έλεγχος μέρους της Κύπρου». Δηλαδή, λίγο πολύ, όσα έλεγαν και οι προκάτοχοί του στο προεδρικό αξίωμα. Μία αδιάλλακτη Τουρκία, προσηλωμένη σε συγκεκριμένο περιεχόμενο λύσης, ξένο προς την έννοια του δικαίου και κατ’ επέκταση τη βιωσιμότητά της και ισοπέδωση των κόκκινων γραμμών μας. Και εφόσον έτσι έχει η κατάσταση, ποιο είναι το σχέδιο Β, αν υπάρχει, για τη δική μας πλευρά; Αυτό είναι που δεν μας είπε κανείς έως τώρα. Η αδιαλλαξία της Τουρκίας και οι αυξανόμενες κάθε φορά διεκδικήσεις της ως πρόσχημα διατήρησης της στασιμότητας μέχρι να πετύχει τους στόχους της, είναι πλέον δεδομένα.
«Τα δύο κράτη δεν είναι φαινόμενο που παρουσιάζεται τον Απρίλη του ’21 στη Γενεύη», λέει ο Πρόεδρος, «αλλά καταγράφεται στις 15 Νοεμβρίου 1983 με την ανακήρυξη του ψευδοκράτους, για να μην ανατρέξω στο 1956 στον Νιχάτ Ερίμ και το σχέδιο για διχοτόμηση της Κύπρου. Και ούτε τυχαίο ήταν το σύνθημα “ταξίμ” που άρχισε να καλλιεργείται από το 1957 και μετά». Τώρα, στη δύση της καριέρας του το αντελήφθη ο κ. Αναστασιάδης;
Και κλείνει την τοποθέτησή του, «συνεπώς για ασφαλή συμπεράσματα θα πρέπει να δούμε την όλη πορεία του Κυπριακού».
Άρα οι διαπιστώσεις προκύπτουν, επαναλαμβάνω, από μία σειρά γεγονότων και συνομιλιών που χρονολογούνται, όπως επικαλείται και ο ίδιος ο Πρόεδρος, αλλά, τώρα το παραδέχεται. Λέτε έως το τέλος της θητείας του να απολογηθεί και για τις δεσμεύσεις του;