Η πιο «πλανεύτρα», άναρχη και αμαρτωλή πρωτεύουσα της Ευρώπης, κρύβει πάντα νέα μυστικά (για να αναθεωρήσεις το παλιό). 

Μου είχε λείψει η πόλη – η βουή της, τα αυτοκίνητα που περνούν με κρότο στην Κηφισίας πλάι από τους γυάλινους πύργους του πάλαι ποτέ παντοδύναμου Βωβού, τα φθηνά γρήγορα φαγητά στις άκρες των πεζοδρομίων, οι υπέργειες γέφυρες των δυτικών προαστείων, τα μικρά περίπτερα που δεν είναι μίνι σουπερμάρκετ αλλά παραμένουν ανοιχτά μέχρι τις δύο το πρωί, η καθαριότητα του μετρό και τα μεγάλα ακουστικά στ’ αφτιά των πιτσιρικάδων καθώς διασταυρώνουν τις διαβάσεις. Μου είχε λείψει η μεγάλη αυτή πόλη – αλλά στην εξιδανικευμένη της μορφή, αυτήν που ζεις ως μη εργαζόμενος που αναγκάζεται κάθε πρωί να κάνει διαδρομές χιλιομέτρων, περίπου σα να πηγαίνει από τη Λευκωσία στη Λάρνακα, με ταχύτητες μεγάλες και εκνευρισμούς στο μποτιλιάρισμα (κανόνας), σα να τα πίνεις στο πατάρι ενός μπαρ αλλά να ‘σαι και έτοιμος να πηδήξεις στην ταπετσαρία του ισογείου μήπως και γλιτώσεις από τα ουρλιαχτά των μέσα θαμώνων.

Τον τελευταίο μήνα όλοι μιλάνε για τον πανικό που δημιουργεί το  «Pharaoh» της Σολωμού (με συνιδιοκτήτη τον φίλο μου, τον Βαλλάτο, που μπαίνει στην επιχειρηματική «πίστα» με το δεξί), που φτιάχνει μαμαδίσια πιάτα -κεφτεδάκια, χοιρινές μπριζόλες, βρούβες, κολοκυθάκια, σταμναγκάθι- στην πιο καλή, χαλαρή, τίμια -και λογική, οικονομικά- εκδοχή τους, για το υπερτιμημένο INK του Παπαϊωάννου στο Μέγαρο που όταν άνοιξε η ηλεκτρονική πλατφόρμα «έριξε» το σύστημα από τη ζήτηση (όλοι δικαιούνται τα ups and downs τους στην έμπνευση, ιδιαίτερα οι απείρως ταλαντούχοι, όπως ο Δημήτρης), για την έκπληξη της Ελευσίνας, της επιλογής αυτής της λαϊκής (αλλά σημαντικής) περιοχής ως πολιτιστικής πρωτεύουσας που ξαφνικά έγινε hype και νέο μέρος για ανακαλύψεις.

Η Αθήνα είναι βέβαια και των άκρων. Καλοί είναι οι γρύλοι στα πλατάνια, το λοξό φως του μεσημεριού που μπαίνει απ’ τα παράθυρα στο πλινθόκτιστο σπίτι της γιαγιάς, οι μικροί χωματόδρομοι και οι απαλές κουβέντες των γνωστών που θες δε θες τους συναντάς σε μερικά αχαρτογράφητα καντούνια – αλλά, πώς να το κάνουμε, είναι πάντα άλλη η ένταση της στιγμής στο πάνω χείλι αν περπατάς για πολλά χρόνια στα άκρα ενώ δείχνεις κάτι άλλο, καθώς βρίσκεσαι μέσα στο αστυνομικό τμήμα Ομονοίας προσπαθώντας να σώσεις κάτι ίσως καταδικασμένο.

Για κάτι εξουσιοδοτήσεις, ο Α. (νέο παιδί, ψαρωμένο τότε -καινούργιος αστυνομικός- στις παλιές συλλήψεις -παλιές αμαρτίες- σε πορείες των Εξαρχείων της Αριστερής «Πανσπουδαστικής») αναγνώρισε την ηρεμία που φέρνει θύελλα: «Πάλι εδώ; Μυαλό ντιπ;». «Έτυχε». Κατεβήκαμε στο μικρό μπαρ της Σατωβριάνδου, ένα τετράγωνο απ’ την αριστουργηματική «Στάνη» της Μαρίκας Κοτοπούλη με τις φρέσκες κρέμες ολόπαχου γάλακτος και τις έκτακτες καρυδόπιτες κι ήταν, περίπου, σκεπτικός – κρίση ηλικίας;

«Τι κάνουν εκείνες οι γυναικείες μορφές που έμπαινες εγγυητής τους, εκείνα τα μαύρα κορίτσια της Σοφολέους, οι κοπέλες που στέκονταν στην Καβάλας στα πάρκινγκ των φορτηγών;», είπε και κάπως έδειξε στενοχωρημένος μαθαίνοντας το θάνατο μερικών – «τι μένει τελικά;», το φιλοσόφησε Κοελικά. Θυμήθηκε τους παλιούς ρυθμούς, την προκλητικότητα της επιβίωσης καθώς έμπαινε με φόρα μέσα στα κύματα της ευεργετικής επίδρασης που πίστευε πως θα είχε η δουλειά του· σα να μύριζε τριαντάφυλλα από τον κήπο του αντί για δακρυγόνα.

Θυμήθηκε και τις ντροπές: Τον Γρηγορόπουλο, το κάψιμο των ανθρώπων στη Σταδίου, μερικούς Αλβανούς γκάγκστερ που ρήμαζαν το κέντρο και τους σάπιζαν στο ξύλο. «Είναι λίγα τα λεφτά, μεγάλη η πίεση, νιώθω πως δεν έκανα όσα έπρεπε στη ζωή», μου είπε. «Και, τι; Θα υποφέρεις κάθε μέρα μην χάσεις την ασφάλειά σου, μην χάσεις το εφάπαξ, μη χάσεις τη σίγουρη σύνταξη στο βαθύ γήρας; Δεν θα φας τις σοκολάτες που θες, επειδή πρέπει να είσαι συνεχώς σε δίαιτες;».

Ήταν τα πράγματα πιο πρακτικά από όσο ακούγονταν, λιγάκι ονειροπαρμένα στ’ αφτιά του – κι ας φαινόμουν περίπου σαν ασφαλίτης δίπλα του στο μαύρο μπουφάν μου, επικίνδυνα συνασπισμένοι στις προσωπικές μας Ντίσνεϋλαντ, όμοιος ομοίω στα βασικά· αν και φαινομενικά αντίθετοι. 

Το ίδιο βράδυ διάβασα στο protothema.gr για την επέτειο θανάτου του Θέμου. Κι από κάτω τα σχόλια «των αναγνωστών». Απορώ καμιά φορά με όσους σπεύδουν να σκορπίσουν «ψόφους» – υπάρχουν και οι απολύτως προσωπικές στιγμές των ανθρώπων στις οποίες οφείλεις να σιωπάς, τα όρια της δημόσιας έκθεσης που πρέπει να σέβεσαι, η κριτική στην οποία όσοι μπαίνουν στην διαδικασία «κατάρων» είναι οι πρώτοι που θα χώσουν το κεφάλι τους στην άμμο μόλις τους προειδοποιήσεις για νομικά μέτρα· θρασύδειλοι εκ φύσεως. Γιατί δεν είναι όλα για «άποψη» και σηκωμένα δάχτυλα για να στήσουν στον τοίχο τα πάντα όπως πας να βγάλεις το τσιμπούρι απ’ το αλατιασμένο σώμα. Δεν είναι όλα για retweets. Ούτε για likes. Δεν είναι μόνο ανάγωγα όλα αυτά (σικ), είναι και ξεπερασμένα πια· λάσπη στον καθαρό δρόμο των υγιών κομματιών της πολιτείας. 

Ο Α. με πήρε τηλέφωνο απ’ το τμήμα. Ήταν ήδη μεσάνυχτα. Σε μία ώρα θα τελείωνε η βάρδια του. Σκέφτηκε, είπε, πολύ καλά όσα είπαμε το μεσημέρι – ήταν, περίπου, όπως μιλάς με κάποιον άγνωστό σου που ξέρεις πως δεν θα ‘ναι μάρτυρας αν παραπατήσεις ξανά στο λάθος κι έτσι σε συμφέρει η για λίγο συνύπαρξη. Είχε διάθεση για ουισκάκι στα στενά της Πατησίων. Είχε διάθεση για τα «αμαρτωλά» χρόνια των είκοσί μας χρόνων. Γέλασα. Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά της μεγάλης πόλης, welcome back!

xatzigeorgiou@yahoo.com

Ελεύθερα, 29.1.2023