Ξανά και ξανά η ίδια ιστορία και ας ευχηθούμε να είναι μακριά, πολύ μακριά, «η ώρα που θα θρηνήσουμε θύματα», για την οποία όλοι προειδοποιούν. Μένει να έρθει το πλήρωμα του χρόνου για τα επίχειρα της επιπολαιότητας με την οποία αντιμετωπίζουμε (και) αυτή τη μάστιγα. Η πρώτη ευθύνη για τη βία μέσα και έξω από τα γήπεδα ανήκει στο κράτος, το οποίο εδώ και χρόνια βάζει την άμαξα μπροστά από το άλογο, αφού ως συνήθως, παίρνει αποφάσεις τις οποίες αδυνατεί να υλοποιήσει. Κραυγαλέο παράδειγμα η περιβόητη κάρτα φιλάθλου για την οποία χύθηκε τόσο πολύ μελάνι και σπαταλήθηκε πολλή φαιά ουσία, αλλά η πολιτεία ακόμη δεν αξιώθηκε να επιβάλει την εγκατάσταση της απαραίτητης τεχνολογίας σε όλα τα γήπεδα ώστε η κάρτα να έχει νόημα. Δεν μπορεί ή δεν θέλει;

Αδυνατώ να αντιληφθώ γιατί δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να κάνουμε αυτό που έκαναν εδώ και πολλά χρόνια οι Bρετανοί και πολλοί Ευρωπαίοι (εξαιρούνται οι εξ Ελλάδος αδελφοί), που πήραν δραστικά μέρα και ξερίζωσαν το πρόβλημα. Αν κρίνουμε πάντως από το αποτέλεσμα, εκεί τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά: Οποιος παραβιάζει τον νόμο δεν ξαναπλησιάζει το γήπεδο. Μια φωτογραφία από το κλειστό κύκλωμα είναι αρκετή για να τον υποχρεώσει να βλέπει το παιχνίδι από την τηλεόραση, ίσως για το υπόλοιπο της ζωής του. Και επιπλέον, η ομάδα που του έδωσε το εισιτήριο θα πληρώσει τη ζημιά που προκάλεσε και θα τιμωρηθεί. Απλά πράγματα, πρακτικά και εφαρμόσιμα. 

Εμείς ακόμη δεν τα καταφέραμε να κάνουμε τα στοιχειώδη και ως συνήθως συζητούμε μεταξύ μας, αλλά δουλειά δεν γίνεται, γιατί συνήθως ισορροπούμε ανάμεσα σε σκοπιμότητες. Το αποτέλεσμα το είδαμε την Κυριακή μέσα και έξω από το κλειστό γήπεδο «Τάσος Παπαδόπουλος-Ελευθερία». Αν υπήρχε κανονικό κράτος, κανένα πρωτάθλημα δεν θα άρχιζε εάν οι διαχειριστές των γηπέδων δεν φρόντιζαν να εγκαταστήσουν τα κλειστά κυκλώματα ώστε να ξέρουμε επιτέλους ποιος πηγαίνει για να χαρεί την ομάδα του και ποιος για να τα κάνει λίμπα.

«Ή κάποιοι θα συμμορφωθούν ή θα γίνονται όλοι οι αγώνες χωρίς κανένα θεατή. Είναι απλά τα πράγματα, ο καθένας πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του», είπε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Τουλάχιστον αυτός ο Πρόεδρος δεν μας είπε ότι η κυβέρνηση θα βάλει το μαχαίρι στο κόκκαλο γιατί αν μετρήσουμε τα μαχαίρια που έμειναν στα λόγια και δεν μπήκαν ποτέ στα κόκκαλα, θα χάσουμε το λογαριασμό.  Ίσως επειδή στα γήπεδα κουμάντο δεν κάνουν οι νούσιμοι άνθρωποι που αγαπούν τον αθλητισμό αλλά κάποιοι αλήτες που εκστασιάζονται να σπάζουν και να δέρνουν γιατί αισθάνονται ότι έχουν την ανοχή αθλητικών ή και πολιτικών παραγόντων. Σε μια μικρή χώρα όπως η Κύπρος, που έχει τον πληθυσμό προαστίου μιας μεγαλούπολης, αυτού του είδους τα φαινόμενα δεν μπορούν να δικαιολογηθούν.

Και σίγουρα δεν είναι «Λερναία Υδρα» όπως την παρουσιάζουν ορισμένοι, που αρέσκονται στα κλισέ, γιατί τόσα χρόνια που ακούει αυτά τα μεγάλα λόγια, θα πέθαινε από βαθιά γηρατειά προτού προλάβει να δει τα γήπεδα να γίνονται εκείνο για το οποίο προορίζονται από τη φύση τους: Να είναι χώροι ψυχαγωγίας και άμιλλας, στους οποίους κουμάντο κάνει το κράτος, που έχει την ευθύνη της ασφάλειας και της ακεραιότητας των πολιτών του. Εδώ που φθάσαμε δεν αρκεί να κοιτάζουμε το ρολόι και να λέμε ότι θα έρθει η ώρα που θα θρηνήσουμε θύματα. Το κράτος έχει την υποχρέωση να βρει τον τρόπο να αποτρέψει κάτι τέτοιο. Και ο καθένας να αναλάβει τις ευθύνες του, χωρίς μισόλογα. Από την Αστυνομία και τα σωματεία, μέχρι τους οργανωμένους και τους  ανοργάνωτους. Για όσους δεν αναζητούν προφάσεις τα πράγματα είναι απλά. Ιδού η Ρόδος. Ή καλύτερα, ιδού στάδιο δόξης λαμπρό, που πάει και με την περίσταση.