Πρόσφατα επισκέφθηκε τη θεία Μαρία. Της κτύπησε το κουδούνι, χωρίς καν να της τηλεφωνήσει πριν και αυτή την υποδέχτηκε με χαρά. Έτσι γίνονταν τα παλιά χρόνια οι επισκέψεις, απρόοπτα, ειδικά σε κάποιες θείες που ήξερες πως ήταν πάντα στο σπίτι, λες και σε περίμεναν. Την ώρα της πρωινής λειτουργίας ή του εσπερινού δεν θα κτυπούσες καν αφού ήξερες πως οι θείες θα είχαν πάει εκκλησία. Ιερή και η ώρα της μεσημβρινής αργίας κατά την οποία διακόπτονταν οι επισκέψεις και η κίνηση στην πόλη. 

Έφερε στο ηλιόλουστο καθιστικό με το τζαμωτό τον δίσκο με τους καφέδες και τα ίδια μπισκότα που δεν έλειψαν ποτέ από το σπίτι της. Τα θυμάται από τότε που ήταν παιδί και την επισκεπτόταν με τη μητέρα και τη γιαγιά. Το «σύνθετό» της που άλλοτε φιλοξενούσε τις εγκυκλοπαίδειες και τα ποτά του θείου στο εντοιχισμένο μπαράκι, έμοιαζε τώρα με τέμπλο ναού με τις αμέτρητες εικόνες Αγίων και της Παναγίας. Ένα ιδιότυπο εικονοστάσι, αφού ανάμεσά τους ξεφύτρωναν πορσελάνινοι κύκνοι, μαρκησίες, βάζα με πλαστικά άνθη, ένας πύργος του Άιφελ, ένας της Πίζας και καμηλούδες από την Αίγυπτο. 

Στην είσοδο του σπιτιού καλωσόριζαν τους ξένους δυο πέτρινα λιονταρούδκια που της θύμιζαν τη Σφίγγα. Έπιασαν την κουβέντα για ζωντανούς και πεθαμένους και προτού τελειώσει η επίσκεψη η θεία ζήτησε από την ανιψιά της, την επόμενη φορά που θα την επισκεπτόταν αν μπορούσε να της αγόραζε μια κούκλα, απ’ αυτές που μιλούν, τραγουδούν και χορεύουν. Τη ρώτησε αν την ήθελε για την εγγονή της την Αμαρυλλίδα και η θεία απάντησε πως όχι, αφού τα κορίτσια στις μέρες μας δεν παίζουν με κούκλες, αλλά με κινητά τηλέφωνα και κομπιούτερ.

«Για μένα τη θέλω, να τη βλέπω να τραγουδά, να μιλά και να χαίρομαι. Να μου κάνει συντροφιά όταν είναι μόνη» απάντησε. 

Οι αναγνώστες θα συμπεράνατε πως ίσως η θεία έχει άνοια ή κάτι παρόμοιο και παλιμπαιδίζει. Όμως τα έχει τετρακόσια, καλύτερα από την ανιψιά της, από σας και από μένα. 

Έφυγε από το σπίτι με τα λιονταρούδκια, με την υπόσχεση να εκπληρώσει την επιθυμία της θείας. Τότε άνοιξαν διάπλατα μπροστά οι πόρτες της σαλοτραπεζαρίας του πατρικού της σπιτιού και φανερώθηκε ο καναπές εκατέρωθεν του οποίου βρίσκονταν δυο πορσελάνινες κούκλες με μάξι δαντελένια φορέματα, που ήταν η τελευταία λέξη της μόδας σε πολλά αστικά σπίτια της δεκαετία του 60. Αργότερα η μητέρα τις δώρισε στη θεία Μαρία αφού ήταν ξετρελαμένη μαζί τους και περιμένοντας το τρίτο της παιδί, προσευχόταν μέρα-νύχτα να γεννηθεί ξανθό με λευκή επιδερμίδα, όπως η μία από τις κούκλες. Κάτι εκ φύσεως αδύνατο εφόσον η ίδια καταγόταν από αθίγγανους του Ορχομενού αλλά και στην οικογένεια του συζύγου της δεν υπήρχε κανείς ξανθός πέραν του θείου Τηλέμαχου που ήταν άσπρος σαν το χιόνι εφόσον ήταν αλμπίνος. Το παιδί γεννήθηκε έξι μήνες αργότερα με κατάξανθα μαλλιά και λευκή σαν το χιόνι επιδερμίδα, ίδιο η κούκλα και όλοι οι συγγενείς το λάτρεψαν.  

Οι συνειρμοί, της έφεραν στη μνήμη και μια άλλη κούκλα, δώρο του πατέρα από τη Μόσχα, η οποία, πατώντας κουμπί, περπατούσε ενώ με το άλλο έλεγε κάτι στα ρωσικά που χρόνια αργότερα θα μάθαιναν πως σήμαινε «Σ’ αγαπώ…». Της την είχαν αγοράσει οι γονείς από ένα κατάστημα από το οποίο ψώνιζαν οι ξένοι και οι διπλωμάτες, όπου πλήρωνες μάλιστα με δολάρια και όχι με ρούβλια. Για όσο καιρό η μητέρα νοσηλευόταν μόνη στη σοβιετική πρωτεύουσα, η Δέσποινα έπαιζε καθημερινά με τη Μάσα, την έπαιρνε βόλτες στο δωμάτιό της και της μιλούσε. Μόνο σ’ αυτήν έλεγε πόσο μόνη ένιωθε χωρίς τη μάμμα και πόσο πολύ φοβόταν. 

Τις Κυριακές, τη μόνη μέρα που ο παπάς δεν εργαζόταν, μάζευε τα παιδιά της γειτονιάς στο σαλόνι και μαζί με τις κούκλες με τα δαντελένια φορέματα τους έκανε προβολή ταινιών στον τοίχο, με τη μηχανή που είχε φέρει επίσης από τη Μόσχα. Ήταν δύο όλες κι όλες, πότε έβλεπαν τη μια και πότε την άλλη. Έμαθαν απ’ έξω τους δρόμους που οδηγούσαν στην Κόκκινη Πλατεία και στο Κρεμλίνο ενώ στη δεύτερη ταινία, βουβή κι αυτή και μαυρόασπρη έβλεπαν να προβάλλεται ξανά και ξανά, το λιμάνι της Οδησσού στον Εύξεινο Πόντο, τον φάρο, την όπερα και τις τεράστιες σκάλες που θα αναγνώριζε χρόνια αργότερα, φοιτήτρια πια, στην ταινία «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Αϊζενστάιν. Κανένα από τα παιδιά της οδού Ησιόδου ούτε οι μεγάλοι δεν θα περίμεναν τη διάλυση της πάλαι ποτέ ατρόμητης Σοβιετικής Ένωσης και πως το έτος 2022, θα ξανάβλεπαν τους ίδιους τόπους, σαν σε πολεμική ταινία, να βομβαρδίζονται και να ισοπεδώνονται, σε απευθείας μετάδοση μάλιστα από τις τηλεοράσεις μας.

Σήμερα αγόρασε μια κούκλα που περπατά και μιλά, έχει κορδέλα στα μακριά της μαλλιά και είναι ντυμένη σαν παιδί των λουλουδιών. Αύριο-μεθαύριο θα περάσει από τη θεία να πιούν καφέ και να της παραδώσει, τη Janis, η οποία περπατά, χορεύει, μιλά αγγλικά και επαναλαμβάνει τη φράση «MAKE LOVE. NOT WAR».       

dena.toumazi@gmail.com