Συνεχίζω το σημείωμά μου στη στήλη της Τετάρτης για το θέμα των, ή του ντιμπέιτ στην Ελλάδα, που, δυστυχώς, εξακολουθεί να απασχολεί το πολιτικό και δημοσιογραφικό κατεστημένο, ενώ πραγματικά του απλού κοσμάκη δεν του καίγεται καρφί. Και σε τούτο το θέμα, είμαι αναφανδόν υπέρ του κόσμου. 

  Θα προσπαθήσω να βάλω μερικά πράγματα στη θέση τους, προτάσσοντας όμως ένα πολύ καλό σχόλιο που άκουσα, από Άγγλο δημοσιογράφο στην Κύπρο, για το προεδρικό ντιμπέιτ στο ΡΙΚ μεταξύ Χριστοδουλίδη και Μαυρογιάννη. Έχει εξήγηση αυτό. Και την επιχειρώ.

  Στη Βρετανία, που σε θέματα κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και δημοσιογραφικής δεοντολογίας είναι πολύ πιο μπροστά από εμάς στην Ελλάδα, τηλεοπτικά ντιμπέιτ μεταξύ αρχηγών κομμάτων, έγιναν στις βουλευτικές εκλογές του 2010, 2015, 2017 και 2019.

  Στις τελευταίες, είχαμε για πρώτη φορά, πρόσωπο – με – πρόσωπο ντιμπέιτ μεταξύ του τότε πρωθυπουργού (και ηγέτη του Συντηρητικού Κόμματος) Μπόρις Τζόνσον και του Τζέρεμι Κόρμπιν, αρχηγού του Εργατικού Κόμματος, της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

  Είτε έτσι, είτε αλλιώς, κανένα από αυτά δεν είχε καμία απολύτως απήχηση. Θα μπορούσαμε να ζήσουμε και χωρίς αυτά, λέγαμε όσοι τα παρακολουθήσαμε. We could have done without them. 

 

  Η εξήγηση είναι απλή. Τόσο στο Κοινοβούλιο, όσο και στα μέσα ενημέρωσης ολόχρονα, ο δημόσιος πολιτικός διάλογος, ακόμα και στην πιο οξεία του εκδοχή, βγάζει ειδήσεις και βοηθά τον κόσμο να σχηματίσει εικόνα και άποψη. 

  Κατά την δική της πρωθυπουργία, η Μάργκαρετ Θάτσερ απέρριπτε κατηγορηματικά κάθε πρόταση να θεσμοθετηθεί και να συμμετάσχει η ίδια σε τηλεοπτικό ντιμπέιτ. Όταν της έθεσαν δε το επιτυχημένο, κατά πολλούς, αλλά σίγουρα θεσμοθετημένο πια αμερικανικό μοντέλο, η απάντησή της ήταν κοφτή: «Εμείς δεν εκλέγουμε Πρόεδρο. Κυβέρνηση εκλέγουμε». 

  Βρήκε αρκετούς πολιτικούς αλλά και ακαδημαϊκούς να συμφωνήσουν μαζί της. Υπάρχει, είπαν –και εξακολουθούν να λένε– σαφής διαφορά μεταξύ κοινοβουλευτικής και προεδρικής δημοκρατίας. Στη δεύτερη, πρωταγωνιστεί και έχει τη μεγαλύτερη μερίδα δύναμης το πρόσωπο. Στην πρώτη, τα κόμματα και η πολιτική τους. 

  «Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι τα ντιμπέιτ έχουν περιορισμένη επίδραση στους περισσότερους ψηφοφόρους. Υπάρχουν, όμως, κάποιες ενδείξεις ότι επηρεάζουν αναποφάσιστους ψηφοφόρους. Πιο ισχυρές αποδείξεις, όμως, εντοπίζονται ως προς άλλα οφέλη των ντιμπέϊτ, όπως είναι για παράδειγμα η κατανόηση του ψηφοφόρου ως πρόσωπο, αλλά και πώς διαμορφώνεται η λεγόμενη πολιτική ατζέντα».

  (Η πιο πάνω είναι μια διαπίστωση από έρευνα με τίτλο «A different beast? Televised election debates in parliamentary democracies», δηλαδή « Ένα Διαφορετικό Θηρίο; Τηλεοπτικά ντιμπέιτ σε κοινοβουλευτικές δημοκρατίες», που εκπονήθηκε από την ομάδα του Νικ Άνστεντ, βοηθού καθηγητή στο Τμήμα ΜΜΕ και Επικοινωνίας του London School of Economics. Η έρευνα επικεντρώθηκε στην ιστορία των εκλογικών τηλεμαχιών στην Αυστραλία, στον Καναδά, στη Γερμανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όλες αυτές οι χώρες είναι καθιερωμένες φιλελεύθερες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, με μακρά παράδοση εκλογικών αναμετρήσεων και με ανεπτυγμένες οικονομίες. 

  Η έρευνα διαπιστώνει ότι οι προεκλογικές εκστρατείες στις περισσότερες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες σε όλο τον κόσμο υπόκεινται πλέον, άλλες πιο πολύ, άλλες λιγότερο, σε αυτό που οι συγγραφείς ονομάζουν «αμερικανοποίηση», καθώς υποψήφιοι, κόμματα και νέα μίντια, αντιγράφουν σε όλα τα επίπεδα το αμερικανικό μοντέλο διακυβέρνησης και επικοινωνίας. 

  Ας αφήσουμε όμως τα επιστημονικά και ας προσγειωθούμε στην δική μας πραγματικότητα εδώ στην Ελλάδα. (Στην Κύπρο, έληξε το θέμα, αλλά καλό είναι, όπως γίνεται στην Αμερική στα μισά της προεδρικής θητείας, να αναμεταδίδεται κάποιο από τα ντιμπέιτ, για να βλέπει ο κόσμος ποιες από τις υποσχέσεις – δεσμεύσεις τηρήθηκαν και ποιες όχι).

  Λοιπόν, κατ’ εμέ, στα δικά μας εδώ: Κάθε συζήτηση γύρω από το ντιμπέιτ, είναι άνευ σημασίας και προσβλητική για κάποιον που θέλει άλλα πειστήρια για να καταλάβει τι συμβαίνει, τι θα συμβεί, πού στέκεται ο τόπος, και πού θα πάει από εδώ και πέρα. Αυτό, δεν θα το μάθει από μια μονομαχία. Που μεταξύ μας, τη βλέπουμε σχεδόν κάθε φορά που μπαίνουμε να δούμε συζήτηση στη Βουλή και βλέπουμε ένα ντιμπέιτ άγριο, με τα όλα του. 

  Οι τηλεοπτικές συνεντεύξεις των υποψηφίων ξεχωριστά με έναν ή μία δημοσιογράφο, στο κανάλι τους, έχουν ροή, δίνουν εικόνα, μπορεί να βγάζουν και ειδήσεις, προκύπτουν ενδιαφέρουσες σημειολογικές παρατηρήσεις. Φτάνουν αυτές. Δεν χρειαζόμαστε χολιγουντιανή παραγωγή και μάλιστα με ελληνικό τουίστ. Ούτε βλέπεται, ούτε και ακούγεται.

  Οι περισσότεροι από μας θα δούμε Netflix ή Ertflix!…