Στην τελική ευθεία μπαίνει το εκλογικό σκηνικό στην Τουρκία για την αναμέτρηση της 14ης Μαΐου και όπως όλα δείχνουν, εκτός απροόπτου…, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις και τις δημοσκοπήσεις –όσο αντικειμενικές μπορεί να είναι σε μία χώρα όπου η αντικειμενικότητα έχασε το νόημα της- η μάχη προβλέπεται αμφίρροπη και, για τον Ελληνισμό άνευ σημασίας.
Η διαφορά των δύο βασικών διεκδικητών Ερντογάν και Κιλιτσντάρογλου βρίσκεται στο 3% υπέρ του δεύτερου. Όποιος και αν εκλεγεί όμως, η εξωτερική πολιτική της χώρας έναντί μας δεν αλλάζει με τίποτα. Όπως λέμε και στη διάλεκτό μας «πκιάσε τον έναν τζιαι φάκκα τον πας στον άλλον». Τι Ερντογάν, τι Κιλιτσντάρογλου;
Είχαμε να λέμε για τον πρώτο με τη φασιστική νοοτροπία και τις ιστορικό-ηδονοβλεπτικές του τάσεις μιας επεκτατικής πολιτικής με οράματα στην άλλοτε ποτέ Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Προσφιλής τακτική των Τούρκων ηγετών, στην προσπάθεια συσπείρωσης των πολιτών τους, κάνοντας χρήση των εθνικών τους αντιλήψεων. Από την άλλη, απόδειξη πως η πλειονότητα των Τούρκων… ακολουθεί πιστά την ηγεσία της, παρασυρόμενη από τον φανατισμό.
Μα και ο ανθυποψήφιος του, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, στο ίδιο καζάνι βράζει. Κατ’ αρχάς το όνομά του παραπέμπει σε κιλίντζιηρο και μάλιστα στον υπερθετικό βαθμό, Κιλιτσντάρογλου. Τι να περιμένει κανείς λοιπόν, από έναν τέτοιο πολιτικό;
Είναι αυτός που πέρσι τον Ιούλιο ζητούσε από τον Ερντογάν να εισβάλει στην Ελλάδα στο πλαίσιο περί στρατικοποίησης νησιών και τον κατηγορούσε ότι είναι μόνο λόγια, φέρνοντας μάλιστα ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Μπουλέντ Ετζεβίτ που είχε εισβάλει στην Κύπρο. Οι προκλήσεις του μέσω κατηγοριών κατά του Ερντογάν για ελαστικότητα (ευνόητοι και άκρως διπλωματικοί οι λόγοι) απέναντι στην Ελλάδα ήταν συνεχόμενες, αποκαλώντας τον νταή και πως δεν κάνει τίποτα για τα νησιά «υπό κατοχή». Άλλωστε, στο ίδιο μήκος κύματος είναι και η πολιτική Ερντογάν. Φαίνεται από το μανιφέστο του κόμματός του το οποίο αναπτύσσει, μεταξύ άλλων, τις θέσεις του για την Ελλάδα, το Αιγαίο, την Κύπρο και την ανατολική Μεσόγειο, επαναλαμβάνοντας κατά βάση τις πάγιες απόψεις στα εν λόγω εθνικά θέματα. Παρένθεση, ο τελευταίος χρόνος, προσωρινή αποχή από προκλητικές ενέργειες, επαναλαμβάνω, για ευνόητους λόγους (η αλληλεγγύη της Ελλάδας από τους σεισμούς και κυρίως η απόφαση να στηρίξει την τουρκική υποψηφιότητα για τη Γενική Γραμματεία του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ), τους οποίους εκμεταλλεύτηκε ο ανθυποψήφιος του ανεβάζοντας το «κασέ» του.
Το συμπέρασμα είναι ότι όποιος και αν εκλεγεί, η εξωτερική πολιτική της Άγκυρας για το ελληνικό έθνος δεν φαίνεται να αλλάζει σε τίποτα. Πάντα οι ίδιες προκλήσεις, οι ίδιες απειλές και οι ίδιες επιδιώξεις. Το βέβαιο είναι ότι προωθεί μεθοδευμένα τις επιθυμίες της σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου και με αμετακίνητη συνέπεια, από χρόνια, καταστρώνει τα γεωστρατηγικά της σχέδια. Στην ουσία, αναμένει από τη δική μας υποχωρητικότητα να διασφαλίσει και με βούλα τις επιθυμίες της προς εκπλήρωση της επεκτατικής της πολιτικής.
Κι εδώ έγκειται το μέγα θέμα. Αν θεωρούμε ότι κάποτε θα κυβερνήσει τη γείτονα χώρα ηγέτης με τον οποίο θα μπορέσουμε να βρούμε κοινή συνισταμένη και κατ’ επέκταση θα αναπτυχθεί η καλή γειτονία τότε ζούμε με ψευδαισθήσεις και θα ζούμε περιμένοντας να αλλάξει ο Μανωλιός… Γιατί, αν η στάση Ερντογάν τους τελευταίους μήνες χαρακτηριστεί ως βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων για την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή, τότε είμαστε αφελείς.
Ως Ελληνισμός λοιπόν, πώς καλύπτουμε τα νώτα μας από τον άσπονδο εχθρό που καραδοκεί στο κατώφλι μας;