Άδειαζε το γραφείο του ένας συνάδελφος τις προάλλες. Μέσα στα πολλά που βρήκε στα συρτάρια ήταν και μερικές δισκέτες του υπολογιστή, στις οποίες υπήρχαν φωτογραφίες από διάφορα γεγονότα. Κάθισε μπροστά στο κομπιούτερ και άρχισε να τις ανοίγει με περιέργεια και με αρκετή δόση νοσταλγίας.
Από την οθόνη του περνούσαν άνθρωποι και τοπία. Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά τίποτε δεν είναι ίδιο. Πρόσωπα ρυτίδωσαν, χωράφια κτίστηκαν, κτίρια ερήμωσαν, χαλάσματα έδωσαν τη θέση τους σε εντυπωσιακά κτίσματα. Το πέρασμα του χρόνου αφήνει σημάδια, στο δέρμα μας και στη γη μας. Συνάδελφοι, συγγενείς και φίλοι που εικονίζονται στις φωτογραφίες αλλά δεν είναι πια μαζί μας, μάς θυμίζουν πόσο γρήγορα ρέει το νερό της ζωής.
«Κατεχόμενα, Απρίλης 2003» έγραφε ένα από τα δισκάκια. Ήταν η πρώτη επίσκεψη μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων. Πρωτόγνωρο συναίσθημα. Η αγωνία για το τι θα βρίσκαμε στην άλλη πλευρά, η ανάγκη να δούμε όσα περισσότερα μπορούσαμε «μήπως και ξανακλείσουν», αλλά κυρίως η αμηχανία στη σκέψη και μόνο ότι ζούσαμε μια ιστορική περίοδο και ότι κάτι άλλαζε προς το καλύτερο. Ελπίδα; Προσδοκία; Ψευδαίσθηση; Όλα μαζί. Λίγο από όλα. «Θυμάστε τι γινόταν;» μάς ρώτησε, ανακαλώντας μνήμες από τις αμέτρητες ώρες που περάσαμε στα οδοφράγματα για να κάνουμε ρεπορτάζ.
Ο καθένας από εμάς έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί από εκείνες τις ημέρες. Προσωπικές ή και αγνώστων ανθρώπων, που ανέμεναν με υπομονή στο οδόφραγμα για να κάνουν αυτό που περίμεναν μια ζωή: Να δουν το σπίτι τους, να περιποιηθούν τους τάφους των γονιών τους, να περπατήσουν στην αυλή του σχολείου τους, να ανάψουν ένα κερί στην εκκλησία του χωριού τους. Οι νεότεροι είδαμε για πρώτη φορά εκείνα που η μνήμη δεν πρόλαβε να καταχωρήσει στην παιδική ηλικία: Την άλλη πλευρά του Πενταδακτύλου, την Κερύνεια, την παραλία του Βαρωσιού, τους ανεμόμυλους στα περβόλια της Αμμοχώστου, τις μαραμένες πορτοκαλιές, το Θέατρο της Σαλαμίνας, τον Καράολο και όσα είχαμε ακουστά από εκείνους που έφυγαν με τον πόνο της προσφυγιάς και τον πόθο της επιστροφής.
Οσοι δεν ζήσαμε την προ του ’74 περίοδο ανακαλύψαμε τον Απρίλη του 2003 ότι η πατρίδα μας είναι πιο μεγάλη από όσο γνωρίζαμε. Πολλοί από εμάς παραξενεύτηκαν όταν συνειδητοποίησαν ότι το πιο μακρύ ταξίδι με το αυτοκίνητο δεν είναι από τον Ακάμα στο Παραλίμνι αλλά φτάνει μέχρι τον Απόστολο Ανδρέα. Ηταν και το τάμα που χρωστούσε και ένας δικός μου άνθρωπος: «Να πάμε γιέ μου, να πάμε» αλλά πάντα το άφηνε για «κάποια άλλη φορά». Τον χειμώνα έλεγε «να ανοίξει λίγο ο καιρός» και το καλοκαίρι «να φύγουν λίγο οι ζέστες». Μάλλον δεν ήθελε να πάει γιατί τον ενοχλούσε να επιστρέψει εκεί έψαχνε τον αδελφό του, ο οποίος παραμένει στη λίστα των 1619, που τελικά δεν ήταν τόσοι, αλλά αυτή είναι άλλη μια τραγωδία μέσα στην τραγωδία. «Ας αλλάξουμε κουβέντα» όπως έλεγαν στις οικογενειακές συνάξεις όταν το κενό των απόντων συμπλήρωνε ο πόνος και πολλά επώδυνα «γιατί», που παραμένουν αναπάντητα.
Πενήντα χρόνια μετά η λήθη απλώνεται σαν πέπλο και σκεπάζει αυτό που δεν θέλουμε να δούμε γιατί κρύβει οδύνη, πολλή οδύνη. Παλιά λέγαμε ΠΕΠ και το μυαλό πήγαινε στην Παγκύπρια Επιτροπή Προσφύγων. Σήμερα εννοούμε τα Πολιτικά Εκτεθειμένα Πρόσωπα. Είναι κι αυτή μια από τις πολλές διαφορές που έφερε στη ζωή μας ο πανδαμάτωρ χρόνος. Είκοσι χρόνια από τότε που άνοιξαν τα οδοφράγματα, και δέκα εννιά από το δημοψήφισμα και την ένταξη στην Ευρώπη, δείχνουμε ότι παραμένουμε εγκλωβισμένοι στο επώδυνο χθες που μας χωρίζει, ίσως γιατί είναι πιο βολικό από το αύριο που θα έπρεπε να μας ενώνει. Ο συνάδελφος έβαλε ένα usb στο κομπιούτερ του και πέρασε μέσα τις φωτογραφίες που ήθελε να κρατήσει. Οι υπόλοιπες έμειναν στις δισκέτες και πήραν το δρόμο της ανακύκλωσης για να περάσουν για πάντα στη λήθη. Ευτυχώς οι πρωτότυπες σώζονται στην ανθρώπινη μνήμη, η οποία, τουλάχιστον για την ώρα, δεν υπακούει στην εντολή delete.