Οι μεγάλες και πικρές αλήθειες στο συνεδρίου του Δημοκρατικού Συναγερμού το περασμένο Σάββατο, λέχθηκαν στην εισαγωγική ομιλία του αναπληρωτή προέδρου του κόμματος, Χάρη Γεωργιάδη. Αλήθειες που στην ουσία ήταν και η ακτινογραφία των αιτιών της ήττας του ΔΗΣΥ στις προεδρικές εκλογές και των ευθυνών, όχι μόνο του Αβέρωφ Νεοφύτου, αλλά προφανώς και ολόκληρης της ηγεσίας του κόμματος και των πέριξ αυτής, που δεν εξέφρασε έστω ένα προβληματισμό για τους χειρισμούς που έγιναν προεκλογικά. Και όλα αυτά ασφαλώς έχουν σημασία σήμερα για τον ΔΗΣΥ και την πορεία του προς την επόμενη του μέρα. Διότι στο πλαίσιο του συνεδρίου, κάθε άλλο παρά ουσιαστική αποτίμηση του αποτελέσματος έγινε και δεν υπήρξε κανένας προβληματισμός το γιατί το κόμμα είναι ακόμα βαλτωμένο στην εσωστρέφεια και αναζητεί τα πατήματα του. 

Είπε λοιπόν Χάρης Γεωργιάδης στην ομιλία του και δεν σχολιάστηκε από κανένα από τους κύριους ομιλητές στο τελετουργικό τουλάχιστον μέρος του συνεδρίου, τα εξής πολύ σημαντικά:

>> «Δημοσκόπηση που έγινε για λογαριασμό του Δημοκρατικού Συναγερμού και παρουσιάστηκε στον πρόεδρο της παράταξης τον Νοέμβριο του 2021, κατέγραψε την εξής εικόνα: Χριστοδουλίδης 39%, Μαυρογιάννης 11%, Αβέρωφ Νεοφύτου 8%, μικρότερα ποσοστά σε άλλους υποψηφίους και 22% να παραμένει αδιευκρίνιστο».

>> «Το πολιτικό προφίλ του Αβέρωφ Νεοφύτου είχε κάποια σημαντικά βαρίδια, τα οποία με κανένα τρόπο δεν τα υιοθετώ, τον αδικούν, αλλά ως αντίληψη ήταν εκεί».

>> «Όπως έδειχναν οι μετρήσεις μας, υπήρχε μια σημαντική μερίδα ψηφοφόρων του Δημοκρατικού Συναγερμού που από την αρχή φαινόταν να είναι έντονη και αμετάπειστη σε σχέση με την επιλογή τους».

>> «Η προεκλογική προσπάθεια του Δημοκρατικού Συναγερμού ήταν η πιο μακρά, εντατική και επίπονη εκστρατεία που διεξήγαγε ποτέ η παράταξη μας. Ίσως και η πιο δαπανηρή». 

>> «Εκεί που υπήρξε αποτυχία ήταν στη διασφάλιση συμμαχιών και συνεργασιών με άλλες πολιτικές δυνάμεις. Ίσως μάλιστα να υπήρξε υπερεκτίμηση της προοπτικής εξασφάλισης συνεργασιών, τις οποίες τελικά εξασφάλισε ο Νίκος Χριστοδουλίδης».

>> «Από την άλλη, ίσως υπήρξε υποτίμηση της προοπτικής του υποψηφίου του ΑΚΕΛ. Η επικέντρωση στην υποψηφιότητα Χριστοδουλίδη ίσως συνέβαλε στην προσπάθεια του ΑΚΕΛ ανεμπόδιστα να συσπειρώσει δυνάμεις γύρω από την υποψηφιότητα Ανδρέα Μαυρογιάννη και να πετύχει την είσοδο στον δεύτερο γύρο». 

>> «Θα σχολίαζα ακόμη μια τάση που εκδηλώθηκε στους τελευταίους μήνες της δική μας εκστρατείας, εστίασης ουσιαστικά στον δικό μας σκληρό κομματικό πυρήνα. Όμως οι απώλειες μας δεν ήταν στον σκληρό πυρήνα, αλλά στην περιφέρεια». 

Τι είπε δηλαδή επί της ουσίας ο Χάρης Γεωργιάδης; Ότι εκ των πραγμάτων ο ΔΗΣΥ επιχείρησε μία προεκλογική μάχη, η οποία ήταν πολύ δύσκολο να κερδηθεί με τον Αβέρωφ Νεοφύτου, εξαιτίας της μεγάλης δημοφιλίας του Νίκου Χριστοδουλίδη, ιδιαίτερα ανάμεσα στον συναγερμικό κόσμο αλλά και της αρνητικής εικόνας που επικράτησε για τον υποψήφιο του κόμματος. Επισημάνσεις, τις οποίες διευκρίνισε ότι δεν υιοθετεί ο ίδιος και ίσως και κανένας άλλος στον ΔΗΣΥ να μην υιοθετεί, αλλά δεν έχει καμία σημασία αυτό. Σημασία είχε όμως ότι μια μερίδα του κόσμου του ΔΗΣΥ, δικαίως ή αδίκως, έβλεπε στο πρόσωπο Χριστοδουλίδη μια εναλλακτική επιλογή. Όπως επίσης, διαφαινόταν ξεκάθαρα ότι αυτή η δημοφιλία όπως αναπτύχθηκε στην κοινωνία και πέραν από τον κόσμο του ΔΗΣΥ, δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με την υποψηφιότητα του Αβέρωφ Νεοφύτου. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατ’ ανάγκη ότι ο ΔΗΣΥ έπρεπε να στηρίξει την επιλογή Χριστοδουλίδη. Σίγουρα όμως, με τα δεδομένα που είχε να παλέψει όπως διαμορφωνόταν το σκηνικό, θα ήταν σίγουρα χαμένος έχοντας τον απέναντι του. 

Το θέμα όμως είναι και το ποια είναι τα δεδομένα σήμερα στον ΔΗΣΥ. Διότι στο πλαίσιο του απολογισμού και της σωστής ανάγνωσης των δεδομένων, θα πρέπει να υπάρξει ένας προβληματισμός γιατί υπάρχει και συντηρείται αυτή η φημολογία για τη στάση του κόμματος έναντι της κυβέρνησης. Το αν η απόφαση του πολιτικού γραφείου με την κίνηση της Αννίτας Δημητρίου να το καταθέσει ως πρόταση για ψήφιση, εγκρίθηκε από το συνέδριο, δεν σημαίνει ότι αυτόματα θα κλείσει και το θέμα για τον ΔΗΣΥ. Αν δεν υπάρξει ουσιαστικός διάλογος με τη βάση του κόμματος, απλά το πρόβλημα θα μπει κάτω από το χαλί μέχρι που η ηγεσία του κόμματος να το βρει ξανά μπροστά της.