Για να εξηγούμαστε γιατί έχουμε παρεξηγήσει τους ρόλους μας. Ο Γενικός Εισαγγελέας στην παρουσία του στην Επιτροπή Νομικών, επιχείρησε να στήσει στον τοίχο τους δημοσιογράφους, γιατί λέει, δεν είπαν μια καλή κουβέντα για την ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας, που οδήγησε στα δικαστήρια δύο μητροπολίτες. «Κάποιος έβαλε τη ράσιη του πουκάτω», λέει. 

Δεν ξέρω αν ο Γενικός Εισαγγελέας έχει συνηθίσει κάποιος να του χαϊδεύει τ’ αυτιά και να τον χειροκροτεί όταν κάνει τη δουλειά του ή καλύτερα το καθήκον ενός πολύ ακριβοπληρωμένου αξιωματούχου, που «βάλλει τη ράσιη του πουκάτω», αλλά θα ήθελα να μάθω τον λόγο που ζητεί χειροκροτητές. Πάντως, ο ρόλος των δημοσιογράφων δεν είναι να λένε «καλές κουβέντες» σε κρατικούς αξιωματούχους. Κι αν του τυχαίνει… καλό είναι, στο όνομα της διαφάνειας να τους υποδείξει για να ξέρουμε όλοι ποιοι είναι αυτοί. 

Αντί λοιπόν να ζητά τα ρέστα γιατί δεν τον επαίνεσαν που έστειλε στο δικαστήριο την υπόθεση του τέως Κιτίου, ας σκεφτεί πως η τότε  16χρονη, θύμα της άσεμνης επίθεσης του τέως, θα μπορούσε να ήταν η αδελφή του, η κόρη του ή οποιαδήποτε άλλη γυναίκα του περιβάλλοντος του. Να σκεφτεί μόνο για μερικά δευτερόλεπτα τα τραύματα ενός ανήλικου κοριτσιού. Αν πάλι αδυνατεί, να σκεφτεί πως εκατοντάδες γυναίκες, έξω από το κλουβί της Νομικής Υπηρεσίας, είναι θύματα ή εν δυνάμει θύματα και οφείλει «να βάλλει ράσιη» για να δημιουργήσει το πλέγμα προστασίας του και να ζητεί τη δημιουργία συνθηκών ασφάλειας στα θύματα για να καταγγείλουν μια τέτοια επίθεση ή παρενόχληση. 

Οι έπαινοι ανήκουν ξεκάθαρα στη γυναίκα που βρέθηκε αντιμέτωπη πρόσωπο με πρόσωπο με το τραύμα του παρελθόντος και 40 χρόνια μετά τόλμησε να διαβεί τις πόρτες των δικαστηρίων και να ζήσει τον εξευτελισμό, την αμφισβήτηση, το ξύσιμο της πληγής. Κι ας μεγάλωνε το τραύμα, η δικαίωση και για άλλα θύματα ήρθε. Για εγκλήματα που βούιζε η Λάρνακα, αλλά ουδείς άνοιγε το στόμα του. Γιατί… ποιος φτωχός θα τα βάλει με την Εκκλησία; Αλήθεια, είναι αυτό η Εκκλησία; Ένας χώρος που ξεπλένει αισχρούς και τους παρέχει προστασία; 

Οι έπαινοι ανήκουν στις γυναίκες εκείνες, οργανωμένες και μη, που πίστεψαν αδιαπραγμάτευτα και  από την αρχή ότι μια 57χρονη, σήμερα, που πήρε θάρρος απ’ αυτές και κατήγγειλε έναν ιεράρχη για άσεμνη επίθεση, λέει την αλήθεια και στάθηκαν στο πλάι της μέχρι τέλους. Χίλιοι έπαινοι διότι ποτέ δεν διαπραγματεύονται το σώμα καμίας γυναίκας να γίνει θυσία των θεσμών. Και θέτουν ζητήματα στον δημόσιο διάλογο, που το 1981 ήταν αδιανόητο να συζητούνται.

Αν κάποιος άνθρωπος της κρατικής μηχανής και των θεσμών, αξίζει έστω της μνείας των δημοσιογράφων, είναι η δικαστής κ. Εύη Ευθυμίου που εξέδωσε μια απόφαση που σπρώχνει τα εμπόδια του χρόνου τέλεσης ενός αδικήματος, βάζοντας τα με την άλλοτε κραταιά Εκκλησία που κανείς δεν τολμούσε. Η ίδια δικαστής που με την απόφασή της «εξανάγκασε» τον Αρχιεπίσκοπο να εκδώσει ανακοίνωση και να παίρνει θέση. Που παρά την σκληρή δικαστική διαδικασία, άντεξε τις πιέσεις και έκανε αυτό που έπρεπε. 

Όσο για σας κύριε Γενικέ, κάνατε απλώς την δουλειά σας.