Ελέχθη δια στόματος κομματικού παράγου, του κυρίου Άθου Αντωνιάδη, πρωί – πρωί της Δευτέρας απαντώντας στην Κατερίνα Ηλιάδη που παρατήρησε πόσο κοντά ήμασταν στη λύση το 2017. Και είπε το αμίμητο! Πιο καθαρά δεν μπορούσε να διατυπωθεί.

Κυρίες και κύριοι, ο δεύτερος γύρος του μακροχρόνιου, 2023- 2073, πήρε αισίως το εναρκτήριο λάκτισμα. Ο διαιτητής σφύριξε και ο αγώνας ξεκίνησε. Η ηρωική αντίσταση είναι εδώ και θα συνεχιστεί! Θα ρίξουν πίσω όσα μαλλιά τους έχουν απομείνει και θα πορευθούν αγέρωχοι με πίστη στον ηγέτη, που ευτυχώς που υπάρχει, ειδάλλως θα έπρεπε να τον είχαν εφεύρει!

Συνεπώς, κάτσετε τη μάππα χαμέ, πρόσφυγες, εκτοπισμένοι, ομογενείς, αλλά και εσείς ρομαντικοί και αιθεροβάμονες εραστές της άπιαστης ειρήνης και της άτιμης επανένωσης. Ακόμα πενήντα χρόνια και βλέπουμε. Είπαμε, το πιο κοντά δεν είναι ποτέ αρκετό!

Προετοιμαστείτε συντοπίτες, κάμετε προβλέψεις, μετρήστε αυτά που σας έμειναν, βάλτε τα κάτω που το στρώμα, η κυρία Λαγκάρτ παρόλα τα λευκαρίτικα και τα λίζα που της χαρίσαμε, δε θα σας λυπηθεί. Σκεφτείτε τι θα φύγει από τη δική σας τσέπη για να πάει χορηγία «στα κύτταρα της δημοκρατίας»! Εσείς πληρώνετε τον μισθό του κυρίου Αντωνιάδη και του κάθε κυρίου Αντωνιάδη που έχει ταχθεί να προστατεύει την τιμή και την αξιοπρέπεια σας! Η κορμοστασιά του είναι αυτή που στέκεται αντρόσιην στους πανταχόθεν αγύρτες που θέλουν να σας επιβάλουν λύσην που δεν ανταποκρίνεται στους ηρωικούς αγώνες του λαού!

Ετοιμαστείτε να πληρώσετε για τις αμυντικές μας δαπάνες, να φέρουμε αεροπλάνα και βαπόρια για να τους διώξουμε, παρέα με τον Νετανιάχου! Κάποιοι ζήλεψαν την προσωπικότητα και την αποφασιστικότητα του Ζελένσκι, και αντί να βλέπουν εφιάλτες τις νύχτες βλέπουν νίκες στον Πενταδάκτυλο.  Και άλλα θα πληρώσετε… τον νέο αυτοκινητόδρομο που θα ενώνει τη Μουταγιάκα με τον Ύψωνα για να μεταφέρει με ταχύτητα στην Καζινούπολη τους πλούσιους σεΐχηδες, τους εναπομείναντες κρυμμένους Ρώσσους και τους νεοαφιχθέντες Κινέζους, γιατί ο χρόνος είναι χρήμα. Το μεγαλύτερο επίτευγμα, είπαν! ΓΕΣΥ τζιαι πελλάρες! Καζίνα, κρουαζιερόπλοια, μαρίνες, ό,τι θέλουν, όποτε το θέλουν και όπως το θέλουν, γιατί το νησί μας ξέρει τι πάει να πει φιλοξενία!

Δεν είναι θέμα χρόνου, είπε. Είναι οι συγκυρίες! Το Κυπριακό ως επιτραπέζιο.

Δέστε γύρω σας, υπολογίστε πότε θα φύγουν οι γονείς σας, μετρήστε τα χρόνια. Μείνετε κοντά τους ν’ απαλύνεται τον πόνο και την πίκρα τους, δεν έχουν θυμό πια, κουράστηκαν, πενήντα χρόνια περιμένουν. Σκεφτείτε τις σπουδές των κοπελλουθκιών σας. Που θα τα βρείτε; Ποιος εν να σας σκεφτεί. Ταμείο Ανασυγκρότησης το είπαν. Ανασυγκροτώ σημαίνει συγκροτώ εκ νέου, ανασυνθέτω, ανασυντάσσω δυνάμεις, για ποιους όμως δεν διευκρίνισαν. Πάλε για τους κατέχοντες; Πόσα θα πάρει ο πρόσφυγας; Πόσα η παιδεία, η υγεία, ο πολιτισμός; Τιμήσαν την κύπρια μάνα και έδωσαν 70 ευρώ για οικογένειες με δυο παιδιά, και 100 ευρώ για τρία! Δανεικά οι τράπεζες δεν δίνουν. Οσονούπω στο παζάρι θα εμφανιστούν τοκογλύφοι να σας βγάλουν από τη δυσκολία με το κάτι τις για πάρτι τους. Επιλογές πολλές δεν υπάρχουν αν δεν ανήκετε εκεί που πρέπει!

Πουλήστε ή ξεπουλήστε [η έννοια εν η ίδια] και δώστε τα στα παιδιά και τα εγγόνια σας. Πανέτοιμοι κουστουμαρισμένοι μεσάζοντες κυκλοφορούν ανάμεσά σας. Την αληθινή αξία των περβολιών ή των σπιθκιών σας δεν θα την πάρετε, θα πάρετε ίσα-ίσα για να  αγοράσετε γη και τάφο να θάψετε τους γονιούς σας.

Αφήστε στα παιδιά και στα εγγόνια σας σημειώματα. Ποιος ήταν ο παππούς τζιαι η γιαγιά τους και από που κρατούσε η σκούφια τους. Κάποια μέρα θα καταλάβουν. Περιγράψετε τους τόπους σας πριν τον πόλεμο, πέστε τους τι είχατε τότε και τι έχετε. Μαζέψετε φωτογραφίες, παλιές, τωρασινές, πέστε τους για τη Βοκολίδα και τη Χάραυτη, που πηγαίνατε παλιά όταν είχε πολύ κόσμο το Βαρώσι. Εξηγήστε τους πώς ψαρεύατε με τις κούπες που τις σκεπάζατε με ένα ύφασμα που είχε μια τρύπα στη μέση, πώς πασαλείβατε την τρύπα με αλεύρι και την αφήνατε στα ξέβαθα για να μπουν μέσα αθερίνες και μικρά ψαράκια. Δε θα καταλάβουν, αλλά θα εντυπωσιαστούν, και θα δοκιμάσουν να ψαρέψουν χρησιμοποιώντας τον υπολογιστή και την τεχνητή νοημοσύνη.

Μιλήστε τους για τις παράγκες της παραλίας του Βαρωσιού  τζιαι τους βράχους της Γλυκιώτισσας, για τον κύριον Χατζηπέτρον που η μόνη συντροφιά του ήταν η θάλασσα, για την Αγία Τριάδα τζιαι τον Ναυτικόν Όμιλον, το εστιατόριον του Γρίβα, τες καττούες πουκάτω που τα δίχτυα των ψαράδων. Πάλε εν θα καταλάβουν. Γιατί δεν ξέρουν τι πάει να πει ζάλη της θάλασσας, καημός του περβολιού, πρωινή μυρωδιά άνυδρης συκιάς. Ποιος θ’ άφηνε το σπίτι, το περβόλι, και τη ζωή του στη θαλασσοφίλητη Γιαλούσα, στον Αη Γρόση ή στον Δαυλό για να κατοικήσει στην εσωστρέφεια της Πάφου του 74 ή στα τότε Πολεμίδκια ή στην άποτη Χώρα;

Από το Long Beach της Χάραυτης σας χαιρετώΣπεύδω εγώ αφήιμι υμίν την πόλιν και τα βασίλεια και την υπόκρισιν· εγώ δε άπειμι, σπεύδω γαρ, πάνυ σπεύδω, είπε ο Άγιος Επιφάνιος της Σαλαμίνας [1]

[1] Σας αφήνω την πόλη και τα παλάτια και την υποκρισία. Εγώ φεύγω γιατί βιάζομαι, πολύ βιάζομαι. ΑΚΕΠ Α’ σ.427

Ελεύθερα, 21.5.2023