
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το διατλαντικό σύστημα ασφάλειας οικοδομήθηκε σε σαθρές βάσεις. Και τούτο, διότι ανήγαγε δύο ένοχες χερσαίες δυνάμεις σε πυλώνες του δυτικού συστήματος: την ηττημένη Γερμανία και την ουδέτερη Τουρκία. Αμφότερες διατηρούν ισχυρούς ιστορικούς δεσμούς με την Ανατολή, όπου συναντούν την τρίτη μεγάλη χερσαία δύναμη, τη Ρωσία, σε μια σχέση κοινών αλλά και συγκρουόμενων συμφερόντων.
Το «Γερμανικό μπλοκ»
Η πρόταξη της κομμουνιστικής απειλής, μεταπολεμικά, ακύρωσε τους νόμους της γεωπολιτικής. Η ηττημένη Γερμανία, απαλλαγμένη από στρατιωτικές δαπάνες και απελευθερωμένη από την υποχρέωση αποναζιστικοποίησής της, επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη εξαγωγικής οικονομίας, σε ένα άκρως ευνοϊκό περιβάλλον που προσέφερε η ΕΟΚ, όπου και γρήγορα κυριάρχησε. Η ενσωμάτωση της Ανατολικής Γερμανίας, τη γιγάντωσε γεωοικονομικά σε βαθμό που δημιούργησε το δικό της «γερμανικό μπλοκ», όπως ονοματοδοτήθηκε από τον κοσμοπολίτη ακαδημαϊκό οικονομολόγο Ιωσήφ Χαλεβί (Joseph Halevi). Το εν λόγω μπλοκ συμπεριλαμβάνει το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Ελβετία, την Πολωνία, την Τσεχία, τη Σλοβακία, την Αυστρία και την Ουγγαρία.
Στις χώρες αυτές επιμερίστηκαν, με τη συνδρομή της Γερμανίας, εξειδικευμένοι τομείς οικονομικής ανάπτυξης. Αθροιστικά, οι οικονομίες τους αντιπροσωπεύουν την τρίτη οικονομική δύναμη, μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα, υποβαθμίζοντας όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, στις οποίες επιβλήθηκαν πρωτοφανείς όροι δημοσιονομικής αυστηρότητας που εξαθλίωσαν τον λαό.
Ο τεχνολογικός και οικονομικός δυναμισμός της Γερμανίας δεν διοχετεύτηκε στην ΕΕ αλλά στον φυσικό της χώρο, συναντώντας τις άλλες δύο μεγάλες χερσαίες δυνάμεις, τη Ρωσία και την Κίνα, στην αποκαλούμενη Ευρασιατική Οικονομική Ζώνη, που συνδέεται σιδηροδρομικά και με ένα πλέγμα παντοειδών συμπράξεων.
Νεοοθωμανική Τουρκία
Αντίστοιχα με τη Γερμανία, και η Τουρκία αξιοποίησε την αναγωγή της σε δυτικό πυλώνα, για να μεγεθύνει το γεωπολιτικό της εκτόπισμα ως νεοοθωμανική δύναμη. Η νεοοθωμανική αναβίωση υπαγορεύεται από τη νοοτροπία του χαλιφάτου, που είναι διαποτισμένη η Τουρκία, διαχρονικά. Τη νοοτροπία αυτή προσδιορίζουν δύο στοιχεία: το εθνικό Ισλάμ και η στρατιωτική ισχύς, με την Άγκυρα να υπαγορεύει διά της βίας ή απειλής χρήσης βίας τους όρους της ηγεμονίας της στην ευρύτερη περιοχή. Όσο η νεοοθωμανική επιλογή λάμβανε σάρκα και οστά τόσο η Τουρκία απέκλινε από το δυτικό πρόταγμα, συμπράττοντας με τις αντιδυτικές δυνάμεις, όπως είναι η Ρωσία, το θεοκρατικό Ιράν, οι τζιχαντιστές και οι ακραίοι ισλαμιστές που αντιμάχονται τα σουνιτικά καθεστώτα της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και το Ισραήλ.
Ο νεοοθωμανισμός είναι η πηγή αποσταθεροποίησης της ευρύτερης περιοχής. Παραδόξως, η πηγή αυτή αρδεύεται μεταπολεμικά από τη Δύση και, πρωτίστως, από τη γραφειοκρατία του ΝΑΤΟ. Πρόκειται για μια χωρίς ιστορικό προηγούμενο γεωπολιτική πλάνη. Η ανάδειξη, δηλαδή, ενός εγγενώς αντι-δυτικού παράγοντα σε πυλώνα της Δύσης. Και η Τουρκία, υπό όλα τα καθεστώτα, συμπεριλαμβανομένου του κεμαλικού ως «επιτήδειου ουδέτερου», είναι και παραμένει αντι-δυτική, διότι είναι εγγενώς ανθελληνική.
Ελληνισμός
Ο ελληνισμός, και στις δύο εκφάνσεις του -κλασική γραμματεία και χριστιανισμός-, προσδιορίζει τη Δύση και χρωματίζει την Ανατολή. Η Δύση, δίχως αυτά τα δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα, ακυρώνεται. Όταν τα βαρβαρικά φύλα της Γηραιάς ηπείρου υιοθετούσαν τα στοιχεία αυτά, εντάσσονταν στον πολιτισμένο κόσμο, που με τον καιρό συγκρότησε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό με παγκόσμια αναφορά.
Ο ελληνισμός ήταν, αρχαιόθεν, δέκτης και πομπός πολιτισμού για τους λαούς που έρχονταν σε επαφή, καθώς και ασπίδα προστασίας της Δύσης από τα εξ Ανατολών κύματα εισβολέων. Η λαμπρή Αραβική Αυτοκρατορία, η ελληνιστική Αίγυπτος με τον ακτινοβολούντα παγκοσμίως πολιτισμικό της φάρο, την Αλεξάνδρεια, η εξελληνισμένη εβραϊκή ελίτ η οποία, με την ελληνογλωσσία της, εξύψωσε ένα ταπεινό και τοπικό κήρυγμα αγάπης σε οικουμενική θρησκεία, τον χριστιανισμό, αποτελούν παραδείγματα ώσμωσης των ντόπιων πληθυσμών και Ελλήνων, αναδεικνύοντας τη Μέση Ανατολή και τον ελληνικό κόσμο σε εργαστήρι μονοθεϊστικών θρησκειών και των λαμπρότερων πολιτισμών.
Η μόνη εξαίρεση είναι η Τουρκία που, από πρωτοεμφάνισης των προγονικών της φύλων, με πεισματική εμμονή επιδιώκει να επιβάλει τη δική της κεντροασιατική πολιτισμική πρόταση. Γι΄ αυτό, μέσω των αιώνων παραμένει ο απρόσκλητος ξένος στην περιοχή, που δεν του ανήκει ούτε του ταιριάζει πολιτισμικά. Καθημερινός μάρτυρας, παραμένουν τα εκατοντάδες ελληνικά τοπωνύμια, τα μνημεία αρχαιοελληνικής αναφοράς και οι ελληνορθόδοξοι λατρευτικοί χώροι που καλύπτουν ολόκληρη την έκταση της χώρας και την κατεχόμενη Κύπρο. Αστείρευτη η ελληνική μαρτυρία, παρότι τα εκάστοτε τουρκικά καθεστώτα επιδίδονται σε πράξεις διαγραφής της, όπως η ισλαμοποίηση της Αγια Σοφιάς και η αναγωγή σε εθνική υπερηφάνεια, που εορτάζεται με μεγαλοπρέπεια, της πρώτης γενοκτονίας του 20ου αι., του ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Η ανεξίτηλη ελληνική μαρτυρία εξαγριώνει τον επήλυδα, τον έποικο, τον κομπλεξάρει, γι΄ αυτό συμπεριφέρεται με μια εκτός ορίων μεγαλομανία, προβάλλοντας έναν αστείρευτο αλυτρωτισμό.
Γεωϊστορία
Η γεωγραφία, όταν συνδυάζεται με την ιστορία, αποτελούν ασφαλείς οδοδείκτες για πρόσω πορεία. Ο Βρετανός γεωγράφος σερ Χάλφορντ Μάκιντερ (Halford Mackinder), συμπύκνωσε τα διδάγματα της γεωϊστορίας στη θεωρία της ‘Heartland’, δηλαδή της σπουδαιότητας για την παγκόσμια κυριαρχία της «Καρδιάς» της Ευρασίας και τον κίνδυνο που προβάλει η πιθανότητα σύμπραξης των δύο κυρίαρχων χερσαίων δυνάμεων, της Γερμανίας και της Ρωσίας. Ουσιαστικά, η θεωρία αυτή ήταν εισήγηση για τη δημιουργία μιας ζώνης κρατών ανάμεσα στους δύο αυτούς ισχυρούς, που θα αποτρέπει αυτό το ενδεχόμενο. Η κατάλυση των αυτοκρατορικών δυνάμεων, γέννησε την πανσπερμία των πολλών μικρών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης και ενός μεγάλου, της Ουκρανίας, το μόνιμο μήλο έριδας των ισχυρών.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Μάκιντερ, για να αναδειχθεί μια χώρα σε παγκόσμια δύναμη, κυρίως στην εποχή των υποβρυχίων και των αεροσκαφών, πρέπει να κυριαρχήσει στη χώρα που έχει το μοναδικό προνόμιο να συνδέει τις τρεις κυριότερες ηπείρους –Ευρώπη, Ασία, Αφρική-, την Ελλάδα. Αυτός είναι ο λόγος που η χωρίς πόρους, καθότι ορεινή, και ολιγοπληθυσμιακή Ελλάδα, υπήρξε μαγνήτης όλων των ισχυρών δυνάμεων, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Και Ελλάδα είναι ο ηπειρωτικός και νησιωτικός της χώρος, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου, καθότι η Κύπρος εάν αποκοπεί από τον εθνικό κορμό, όπως προέβλεπε το σχέδιο Ανάν ή επιχειρείται με την άρνηση ΑΟΖ του Καστελόριζου, υποβαθμίζεται σε γεωπολιτική απόφυση της Ασίας, τουτέστιν εντάσσεται στην τουρκική ζώνη επιρροής.
Δεν είναι τυχαίο γεγονός ότι η Κίνα στην πορεία ανάδειξής της σε παγκόσμια δύναμη, εξαγόρασε το στρατηγικής σπουδαιότητας λιμάνι του Πειραιά και το ανέδειξε στο μεγαλύτερο λιμάνι της Μεσογείου, ανταγωνιζόμενο τα βόρεια λιμάνια του Ρότερνταμ και του Αμβούργου. Τον ελληνικό χώρο εποφθαλμιά μονίμως η Μόσχα.
Τελικά, μετά από μακρόχρονους πειραματισμούς, η αγγλοσαξονική Δύση επανακαλύπτει τον Μάκιντερ. Πρώτον, με τη ΝΑΤΟποίηση χωρών μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας, με πρόσφατη προσθήκη τη Σουηδία και τη Φινλανδία, σε μια προσπάθεια αποκοπής των ισχυρότερων χερσαίων κρίκων της ευρασιατικής αλυσίδας και, δεύτερον, ανασύροντας από την αφάνεια την πρωταρχικότητα του ελληνικού παράγοντα, ως του κρισιμότερου εξισορροπητικού παράγοντα της παγκόσμιας σκακιέρας, όπως ευφυώς αποδόθηκε από τον Ζμπίγνιου Μπρεζίνσκι (Zbigniew Brzezinski).
Ο Μπρεζίνσκι, στο μνημειώδες βιβλίο του, Η Μεγάλη Σκακιέρα, παρομοιάζει την Ευρασία με σκακιέρα πάνω στην οποία παίζεται ο αγώνας για την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία. Η σκακιέρα χαρτογραφήθηκε με τέσσερις κύκλους: τον δυτικό (Ευρώπη+ΝΑΤΟ), τον ανατολικό (Κίνα και η περιφέρειά της), τον ενδιάμεσο (ευρασιατική Ρωσία) και τον νότιο που ταυτίζεται με το «αλεξανδρινό τρίγωνο», τουτέστιν, την επικράτεια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αποτελούμενη από συγγενείς ή συγγενεύουσες χώρες: Ελλάδα και χώρες Μέσης Ανατολής μέχρι την Ινδία η οποία, λόγω του Ινδικού ωκεανού, συνδέεται με τη Μέση Ανατολή. Ο νότιος παραμένει διαχρονικά ο σημαντικότερος, διότι εάν δεν εξασφαλιστεί ο έλεγχός του, η γεωπολιτική αξία των άλλων μηδενίζεται.
Η σημερινή υποχώρηση της Δύσης οφείλεται στο ότι δεν ελέγχει τον νότιο κύκλο, γι΄ αυτό παρατηρούνται φυγόκεντρες τάσεις στον δυτικό, καθώς και η δυσκολία υλοποίησης της ασιατικής προτεραιότητας από τις ΗΠΑ (‘pivot to Asia’). Η δυτική αποδυνάμωση στον ευρασιατικό χώρο βαθαίνει λόγω της αυξημένης επιρροής που ασκούν στον νότιο, δυνάμεις τόσο του ανατολικού κύκλου (διείσδυση της Κίνας με την «Πρωτοβουλία Ζώνης & Δρόμου») όσο και του ενδιάμεσου με τη ρωσική παρουσία στη Συρία και τις διμερείς στρατηγικές συμπράξεις μεταξύ Κίνας, Ρωσίας, Ιράν και της επαμφοτερίζουσας Τουρκίας.
Η Μόσχα, διαθέτει οξυμένη γεωπολιτική αντίληψη, γι΄ αυτό ιστορικά στοχοποιεί την Ελλάδα που κρατά το «κλειδί» του νότιου κύκλου, και εξηγεί τη φιλοτουρκική της επιλογή σε κρίσιμες για τον ελληνισμό ιστορικές περιόδους. Αυτοανακηρύσσεται Τρίτη Ρώμη, δημιουργεί το Μακεδονικό Ζήτημα ώστε να συσταθεί η ευρύτερη σλαβική Μακεδονία που θα τη φέρει στα θερμά ύδατα, προβάλλει αξιώσεις στο Άγιον Όρος για να ανοίξει εμμέσως τη νότια πύλη, και ενεργοποιεί τον ενεργειακό παράγοντα για το αυτόματο άνοιγμα του νότιου κύκλου. Το ενεργειακό συνενώνει σε μια ευρύτερη σχέση την παραγωγό Μόσχα με την Άγκυρα, που προσδοκά να αναδειχθεί κύριο διαμετακομιστικό κέντρο.
Άξιο ιδιαίτερης προσοχής είναι το γεγονός ότι η Μόσχα εκτίμησε πρώτη το αναξιοποίητο από τη Δύση στρατηγικό κεφάλαιο, το άσημο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, με τον προτεινόμενο αγωγό μεταφοράς ρωσικού αερίου Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, ως πρώτο βήμα για την υλοποίηση του μόνιμου ονείρου της, την πρόσβαση στα θερμά ύδατα.
Αλεξανδρούπολη
Το χέρι της Ιστορίας είναι πάντα τεντωμένο για βοήθεια στους τολμηρούς και διορατικούς και, όπου αυτοί δεν υπάρχουν, η γεωγραφία παρεμβαίνει για να δώσει τη λύση. Η καθυπόταξη της Νέας Ρώμης, γνωστής ως Κωνσταντινούπολης, σε έναν κατακτητή χωρίς καμιά πολιτισμική συγγένεια με τους λαούς της περιοχής, δεν προδίκασε το τέλος της Ιστορίας. Άφησε, εν υπνώσει, ώστε να διατηρεί ακμαίο τον δυναμισμό της, μια πόλη που είχε επιλέξει για προπύργιο ο Μέγας Αλέξανδρος και φέρει το όνομά του, η Αλεξανδρούπολη, στην ανατολική εσχατιά της Ελλάδας, δίνοντας, σήμερα, τη λύση στην παγκόσμια ανισορροπία που δημιουργεί ο ευρασιανισμός των κυριότερων χερσαίων δυνάμεων: Γερμανίας, Ρωσίας, Κίνας και Τουρκίας.
Η Αλεξανδρούπολη συνδυάζει μοναδικά πλεονεκτήματα, για να απελευθερωθεί η Δύση από τη στρατηγική ομηρία του Βοσπόρου και της εξελισσόμενης σε ρωσική, Μαύρης θάλασσας. Το λιμάνι και οι υποδομές της για τη μεταφορά αγαθών (σιδηρόδρομος, αυτοκινητόδρομοι) προς βορρά μέχρι τις βαλτικές και κεντροευρωπαϊκές χώρες, καθώς και προς τη δυτική Ευρώπη μέσω της Εγνατίας οδού, αναδεικνύουν τον στρατηγικό ρόλο της πόλης. Της μικρής αυτής πόλης, που ακυρώνει το τουρκικό αφήγημα του αναντικατάστατου πυλώνα της Δύσης, αλλάζει τα ευρασιατικά δεδομένα και αναδεικνύεται ο στρατηγικός ρόλος της ως περιφερειακού κόμβου του διαμετακομιστικού εμπορίου. Η ιδανική θέση, της επιτρέπει να ηγηθεί στην ενεργειακή διαφοροποίηση της περιοχής και να αποτελέσει την κύρια πύλη προς την Ευρώπη, αποδυναμώνοντας την εξάρτηση από τους αυτοκρατορικούς Ρώσους και τους ενεργειακούς εταίρους, τους μεγαλομανείς Τούρκους.
Η Αλεξανδρούπολη είναι το νέο και ανεκτίμητο στρατηγικό «διαμάντι» της Μεσογείου, που προστέθηκε στα άλλα δύο, της Κρήτης και της Κύπρου, διότι, εκτός των άλλων, παρέχει δυνατότητες ταχείας μεταφοράς δυνάμεων και υλικού σε κάθε ευρωπαϊκό μέτωπο.
Το τρίπτυχο των διαμαντιών –Κρήτη, Κύπρος, Αλεξανδρούπολη-, αποτελούν τη φυσική πύλη του νότιου κύκλου της Ευρασίας, με την Αλεξανδρούπολη να κρατά το κλειδί της πύλης. Η αξιοποίηση του τρίπτυχου, αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα για την παγκόσμια ασφάλεια. Και τούτο, διότι μετατοπίζεται το κέντρο βάρους για πρώτη φορά, μετά τη μεταφορά της ρωμαϊκής πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, από τη γερμανική Ευρώπη στην ελληνική πύλη της Ευρασίας. Με τον τρόπο αυτό, θεραπεύεται η αστάθεια της γεωπολιτικής ανισορροπίας που ανατροφοδοτείται από τις διευθετήσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που επικεντρώνονταν στον γερμανικό χώρο και, κατά δεύτερον, στην ανάδειξη της Τουρκίας σε προμαχώνα της Δύσης∙ έναν ρόλο που ποτέ δεν πίστεψε και ουδέποτε υπηρέτησε, όπως αποδεικνύει η ειδική σχέση της με την τσαρική, κομμουνιστική και μετακομμουνιστική Μόσχα, καθώς και οι οβιδικές μεταστροφές πολιτικής με όλες τις συμμαχικές χώρες της Δύσης στην περιοχή.
Το νέο ΝΑΤΟ
Η ιστορική τροχιά του ΝΑΤΟ έχει προ πολλού εξαντληθεί. Η επιχειρηθείσα ανάταξή του με τη μερική ενσωμάτωση της μετα-κομμουνιστικής Ρωσίας μέσω του NATO-Russia Council, καθώς και η αναγωγή του σε συμμαχία με παγκόσμια ακτίνα δράσης (out-of-area), απέτυχε παταγωδώς στο Αφγανιστάν και στη Λιβύη. Η εξάντληση του χρόνου ζωής του προκλήθηκε και από εσωτερικά αίτια με σημαντικότερο την απο-δυτικοποίηση της Τουρκίας, τη στρατηγική σχέση της με τη Ρωσία και την πρωτοφανή επιθετικότητά της έναντι συμμάχου χώρας, της Ελλάδας.
Η πιο πρόσφατη εξέλιξη που επικυρώνει την εξάντληση του σημερινού ΝΑΤΟ, είναι η ένταξή του σε αυτό της Σουηδίας και της Φινλανδίας. Αμφότερες, φέρουν ένα ασήκωτο για κάποιες χώρες-μέλη φορτίο ανθρωπιστικής προσέγγισης και νομιμότητας για την επίλυση των διεθνών ζητημάτων, καθώς και μια παράδοση ουδετερότητας. Αντιπροσωπεύουν, δηλαδή, ένα άλλο ΝΑΤΟ απ΄ αυτό που ανήγαγε την Άγκυρα σε πυλώνα, γι΄ αυτό και η άρνησή της στη συγκεκριμένη διεύρυνση.
Η αναγγελία «θανάτου» του ΝΑΤΟ έχει ήδη επίσημα γίνει τόσο από τις ΗΠΑ (Τραμπ) όσο και τη Γαλλία (Μακρόν). Η «ταφή» καθυστερεί να γίνει, με τα κράτη-μέλη να παραμένουν ανενεργά γύρω από το νεκροκρέβατό του, περιμένοντας την αγγελία γέννησης του νέου. Όσο το νέο αργεί να εμφανιστεί τόσο φουντώνουν οι συζητήσεις για τη μορφή του. Οι πειραματισμοί έχουν ξεκινήσει με τη συμμετοχή χωρών όπως η Ιαπωνία και η Ν. Κορέα σε ΝΑΤΟϊκές συσκέψεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση μετονομασίας του σε GLAD (Global Alliance of Democracies) με την προσθήκη των δύο προαναφερόμενων χωρών, της Αυστραλίας, της Ινδίας, του Ισραήλ ως μέλους μιας ευρύτερης συμμαχίας των αβρααμικών χωρών, και με νέο καταστατικό για την κοινή αντιμετώπιση ζητημάτων, όπως είναι το μεταναστευτικό.
Στο νέο σχηματισμό, η Τουρκία θα είναι η μεγάλη χαμένη, μια χώρα de facto ‘out’, αφού δύσκολα θα πληροί τις νέες προϋποθέσεις, και η Κύπρος de jure ‘in’. Η δρομολόγηση αυτών των εξελίξεων έχει θορυβοποιήσει την Άγκυρα, ιδιαίτερα μετά την άρση του αμερικανικού εμπάργκο όπλων, γι΄ αυτό επείγεται να ανεξαρτοποιήσει τα Κατεχόμενα πριν την ένταξη της Λευκωσίας, ως ενιαίας και αδιαίρετης χώρας-μέλους, στο νέο ΝΑΤΟ.
Το «Αλεξανδρινό τρίγωνο»
Τα τρία διαμάντια της Μεσογείου, θαμπώνουν την όραση, αδρανοποιούν την κρίση και φοβίζουν τον «νταή» της περιοχής. Η Αλεξανδρούπολη έχει ξεκλειδώσει το «Αλεξανδρινό τρίγωνο» και ανοίγει προοπτικές για την απελευθέρωση των αυτόχθονων λαών από τα νεοοθωμανικά δεσμά. Η πρόσω πορεία δεν μπορεί να γίνει με οδηγό τον αμύητο ξένο αλλά με τριμελείς συμπράξεις μεταξύ των γηγενών: Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, Αιγύπτου, Σαουδικής Αραβίας, Εμιράτων, Ιράκ, Κούρδων, Ινδίας, καθώς και με τη δημιουργία προϋποθέσεων για τη σταδιακή επαναφορά του Ιράν στον φυσικό του χώρο.
Οι πρόσφατες διμερείς συμφωνίες επαναπροσέγγισης της Τουρκίας με τις σημαντικότερες χώρες της Μέσης Ανατολής και η διπλωματία savoir vivre, όπως είναι ο ελληνοτουρκικός διάλογος, τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης στο Αιγαίο αλλά όχι στη Μικρά Ασία ή συζητήσεις επί σχεδίων τύπου Ανάν, εντείνουν την αστάθεια, διότι αναγάγουν τον απρόσκλητο έποικο, τον νεοοθωμανό, σε πρωταγωνιστή.
Η Ιστορία μας χτυπά επίμονα την πόρτα. Θα την ανοίξουμε;
*Ο Δρ Γεώργιος Μούρτος είναι επίτιμος καθηγητής Στρατηγικής Πανεπιστημίου Plymouth.
* Ο Δρ Φώτιος Μουστάκης είναι αναπληρωτής Καθηγητής Στρατηγικης Πανεπιστημίου Plymouth, Διευθυντής του Centre for Sea Power and Strategy