Εν είδει τελεσιγράφου ο ούτω αποκαλούμενος «υπουργός εξωτερικών», Ταχσίν Ερτουγρούλογλου με δηλώσεις του στην εφημερίδα Χουριέτ έδωσε προθεσμία ενός μηνός στην ΟΥΝΦΙΚΥΠ για τη σύναψη χωριστής συμφωνίας με το ψευδοκράτος, τουτέστιν αναγνώρισή του. Σε ενάντια περίπτωση, η ΟΥΝΦΙΚΥΠ θα πρέπει να αποχωρήσει από τα δύο στρατόπεδά της στα κατεχόμενα. Ας σημειωθεί ότι προηγουμένως με τον Τ/Κ ηγέτη Ερσίν Τατάρ συναντήθηκαν στη Νέα Υόρκη με τον Αντώνιο Γκουτέρες και τον Ζαν Πιέρ Λακρουά και του υπέβαλαν προσχέδιο για τη «συμφωνία για το καθεστώς των δυνάμεων». Σχετικά, ο κ. Ερτουγρούλογλου δήλωσε ότι τα Ηνωμένα Έθνη θα εξετάσουν το προσχέδιο και θα απαντήσουν το συντομότερο, και σε περίπτωση που η απάντηση θα είναι αρνητική δεν θα διστάσουν να κάνουν τα βήματα που πρέπει. Η αλαζονική αυτή ρητορική είναι έωλη, γιατί όλοι γνωρίζουν πόσο δύσκολη θα ήταν η υπογραφή μίας χωριστής συμφωνίας του ψευδοκράτους με τον ΟΗΕ, τη στιγμή που τα Ηνωμένα Έθνη δεσμεύονται από τη δική τους Απόφαση 541 (1983) της 18ης Νοεμβρίου 1983 «που θεωρεί τη Διακήρυξη απόσχισης των τουρκοκυπριακών αρχών ως νομικά άκυρη και καλεί για την απόσυρσή της».

Την ίδια δυσκολία συνάντησε και ο Τ/Κ ηγέτης Μουσταφά Ακιντζί, όταν στις 2 Ιουλίου 2018 απέστειλε επιστολή προς τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ζητώντας αναθεώρηση των όρων εντολής της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, με τον ισχυρισμό ότι η συνεργασία της Δύναμης με τις Τ/Κ αρχές δεν έχει νομική βάση και επομένως απαιτείται ένα έγγραφο με τα Ηνωμένα Έθνη που να καλύπτει όλες τις πτυχές των σχέσεών τους.

Τόσο το αίτημα Ακιντζί για αναθεώρηση των όρων εντολής της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, όσο και αυτό του Τατάρ για σύναψη χωριστής συμφωνίας ψευδοκράτους – ΟΥΝΦΙΚΥΠ καταρρίπτονται από τα ακόλουθα νομικά επιχειρήματα: Στο επιχείρημα που αφορά στη νομική βάση θα πρέπει να τονισθεί ότι η πιο ουσιώδης νομική βάση για την αποδοχή και τη λειτουργία μιας ειρηνευτικής δύναμης είναι η συγκατάθεση της φιλοξενούσας χώρας. Στην περίπτωση της Κύπρου, η συγκατάθεση δόθηκε από την κυβέρνηση της οποίας ηγείτο ο Πρόεδρος Μακάριος, ως νομίμου κυβερνήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Τουρκοκύπριος αντιπρόεδρος Φαζίλ Κιουτσιούκ δεν διαμαρτυρήθηκε για την αποδοχή της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, αλλά επιχειρηματολόγησε ότι τα συνταγματικά του δικαιώματα παραβιάστηκαν λόγω του ότι δεν του εζητήθη η συγκατάθεσή του (βλ. έγγραφα του ΟΗΕ S/5583, S/5613 και S/5629). Η ανάγκη να τεθούν οι σχέσεις μεταξύ των Ηνωμένων Εθνών και της φιλοξενούσας χώρας πάνω σε μια καθαρή νομική βάση οδήγησε στη σύνταξη στις 31 Μαρτίου 1964 μίας Συμφωνίας μεταξύ Ηνωμένων Εθνών και της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, που αφορούσε στο καθεστώς της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Είναι πρόδηλο ότι τα Ηνωμένα Έθνη βασίστηκαν στο νομικό συμπέρασμα ότι η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, μετά την εθελούσια αποχώρηση των Τουρκοκυπριακών μελών της, τον Δεκέμβριο του 1963, είχε πλήρη συνταγματική αρμοδιότητα να υπογράψει τη Συμφωνία με τα Ηνωμένα Έθνη. 

Όσον αφορά στους σκοπούς της λειτουργίας της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, οι όροι εντολής της, όπως καταγράφονται στην Απόφαση 186 (1964) της 4ης Μαρτίου 1964 ήταν η διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, η αποτροπή της επανάληψης των εχθροπραξιών, η όσον χρειάζεται συνεισφορά στη διατήρηση και αποκατάσταση του νόμου και της τάξης και η επιστροφή σε ομαλές συνθήκες. Υψίστης σημασίας είναι η αναφορά στην παράγραφο 2 του διατακτικού αυτής της Απόφασης που αναγνωρίζει ότι η ευθύνη για τη διατήρηση και αποκατάσταση του νόμου και της τάξης ανήκει στην κυβέρνηση της Κύπρου. 

Επομένως δεν υφίσταται ανάγκη οιασδήποτε επιπρόσθετης νομικής βάσης συνεργασίας μεταξύ Τουρκοκυπρίων και ΟΥΝΦΙΚΥΠ, αφού η νομική βάση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ βασίζεται εξίσου στην Απόφαση 186 (1964) της 4ης Μαρτίου 1964 του Συμβουλίου Ασφαλείας, που ελήφθη σύμφωνα με τις πρόνοιες του Χάρτη και τη συγκατάθεση της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας που ζήτησε την παρουσία της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο. 

 

Κι ένα άλλο νομικό επιχείρημα 

Υπάρχει όμως και άλλο νομικό επιχείρημα ενάντια στην ετοιμασία ενός εγγράφου, που προδήλως αποσκοπεί στο να δώσει στην τουρκοκυπριακή πλευρά λόγο σε θέματα που αφορούν στην ΟΥΝΦΙΚΥΠ, και συνεπώς αναγνώριση. Για 58 ολόκληρα χρόνια η τουρκοκυπριακή πλευρά συνεργάσθηκε με την ΟΥΝΦΙΚΥΠ κατά την εκτέλεση της ειρηνευτικής της αποστολής. Αυτό, σύμφωνα με διάσημους καθηγητές Διεθνούς Δικαίου έχει δημιουργήσει διεθνές εθιμικό δίκαιο. Τα δύο απαραίτητα στοιχεία, που υποδηλώνουν την ύπαρξη εθιμικού δικαίου, στην περίπτωση αυτή ευρίσκονται εδώ. Πρώτο, η «consuetudo», παρατεταμένη επανάληψη της ίδιας δράσης. Δεύτερο, η «opinion juris sive necessitatis», πίστη στον υποχρεωτικό χαρακτήρα της δράσης. Αυτή είναι η γνώμη του καθηγητή μου Paul Guggenheim («Traite de Droit international public», τ.I., σ.46) καθώς και του καθηγητή Oppenheim («International Law» τ.Ι., σ.26) που επιβεβαιώνει ότι «διεθνείς νομικοί μιλούν περί εθίμου, όταν μία καθαρή και συνεχής συνήθεια να κάνει κανείς ορισμένες ενέργειες αναπτύχθηκε υπό την αιγίδα της πεποίθησης ότι αυτές οι ενέργειες είναι σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο υποχρεωτικές ή σωστές».   

Καταλήγοντας, θέλουμε να προβάλουμε το γεγονός ότι η τ/κ αντιπολίτευση είχε το θάρρος να αντιδράσει στις ενέργειες Τατάρ, αλλά και την ανάγκη για τη δική μας πλευρά να είμαστε έτοιμοι και ενωμένοι για να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τις προσκλήσεις, που ασφαλώς θα μεθοδεύσει η τουρκική πλευρά σε όλα τα μέτωπα. 

* Πρέσβη ε.τ.