Το δικαίωμα διάβασης που παραχωρείται μέσω γειτονικού κτήματος για πρόσβαση σε περίκλειστο κτήμα αποτελεί δουλεία που εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο, καθώς και στον τίτλο ιδιοκτησίας, τόσο του δεσπόζοντος όσο και του δουλεύοντος κτήματος. Σε περίπτωση παραβίασης του δικαιώματος χρήσης στοιχειοθετείται το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης και της οχληρίας. Θωρείται ότι είναι δικαίωμα ιδιοκτησίας, το οποίο όμως είναι προσαρτημένο στην ιδιοκτησία προς όφελος της οποίας έχει εγγραφεί και δεν είναι αυτόνομο ή αυτοτελές δικαίωμα, ούτε και είναι προσωποπαγές αφού είναι ανεξάρτητο από τον εκάστοτε ιδιοκτήτη.
Με την παραχώρησή του συνδέεται με την ιδιοκτησία του δεσπόζοντος κτήματος, την οποία διευρύνει και αντίστοιχα αποτελεί βάρος που περιορίζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας του δουλεύοντος κτήματος. Ενέργειες από μέρους του ιδιοκτήτη του δουλεύοντος κτήματος που προκαλούν εμπόδιο στη χρήση και αποσκοπούν σε ανατροπή ή κατάργηση του δικαιώματος διάβασης, έστω και εάν έπαυσε να είναι ιδιοκτήτης λόγω μεταβίβασης, συνιστούν παράνομη επέμβαση και δεν τον απαλλάσσουν από την ευθύνη επαναφοράς και αποκατάστασης του. Η θεραπεία που το δικαστήριο δυνατό να χορηγήσει, ανάλογα με τη φύση της επέμβασης, συνίσταται στην έκδοση προστακτικού διατάγματος επαναφοράς του δικαιώματος διάβασης στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από την παράνομη επέμβαση.
Το άρθρο 43(1) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, καθορίζει την παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία ότι συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο. Συνήθως, η παράνομη επέμβαση και στέρηση του δικαιώματος διάβασης προέρχεται από τον ιδιοκτήτη του δουλεύοντος ακινήτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Π.Ε.389/2014, ημερ.13.7.2022, εξέτασε την έφεση πρώην ιδιοκτήτη δουλεύοντος κτήματος που ισχυριζόταν ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε εναντίον του προστακτικό διάταγμα, καθότι δεν εξετάστηκε κατά πόσο, ως μη ιδιοκτήτης πλέον, είχε το δικαίωμα ή τη συγκατάθεση των σημερινών ιδιοκτητών του δουλεύοντος κτήματος, να εισέλθει στο κτήμα και να διενεργήσει τις απαραίτητες εργασίες προς υλοποίηση του εναντίον του διατάγματος.
Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Α. Λιάτσος, που εξέδωσε την απόφαση, έκρινε ότι η νομολογία που επικαλέστηκε ο εφεσείων δεν υποστυλώνει τις νομικές του προσεγγίσεις. Επεξήγησε με αναφορά σε νομολογία, ότι η έκδοση προστακτικού διατάγματος εμπίπτει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στοιχείο που προσμετρά είναι ότι το αντίδικο μέρος ενήργησε χωρίς να λάβει υπόψη τα δικαιώματα του γείτονα του, προσπαθώντας να κερδίσει πλεονέκτημα έναντι του. Στα κριτήρια έκδοσης προστακτικών διαταγμάτων επαναφοράς συνυπολογίζεται το κόστος του παραβάτη για συμμόρφωση, στοιχείο όμως που δεν έχει θέση εκεί όπου φαίνεται ότι ενήργησε σκόπιμα. Περαιτέρω, τόνισε, αποφασίστηκε ότι στις περιπτώσεις προστακτικών διαταγμάτων, με τα οποία επιβάλλεται θετική ενέργεια από το άτομο προς το οποίο απευθύνονται, η αδυναμία εκτέλεσης τους συνιστούσε ανέκαθεν υπεράσπιση, με την επιφύλαξη, όμως, ότι το βάρος απόδειξης της αδυναμίας φέρει το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η διαταγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, αναφέρει, παραμένει αδιαμφισβήτητο ότι ο εφεσείων με δικές του ενέργειες παρενέβη στο δικαίωμα διάβασης του γείτονα. Το διάταγμα που εκδόθηκε σε βάρος του είναι σαφές και δεν προκαλεί οποιαδήποτε αδυναμία εκπλήρωσης του ή συμμόρφωσης του προς αυτό, αφού δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που το εξέδωσε μαρτυρία δυνατή να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα ή να καταδεικνύει ότι η συμμόρφωση θα είναι αποτέλεσμα παράνομων ενεργειών εκ μέρους του. Ο εφεσείων διατάχθηκε να επαναφέρει τη μορφολογία του εδάφους επί του πλάτους και μήκους του δικαιώματος διάβασης, ούτως ώστε να υπάρχει ομαλή ανηφορική κλίση σε αυτό. Η έκδοση του διατάγματος σε βάρος του εφεσείοντα, ήταν το αναπόδραστο αποτέλεσμα της περιφρόνησης, εκ μέρους του, των δικαιωμάτων του γείτονα, όπως αυτά απέρρεαν από το εγγεγραμμένο δικαίωμα διάβασης προς όφελος του κτήματος του.
Επιδοκίμασε την πρωτόδικη κρίση ότι ό εφεσίβλητος απέδειξε την απαίτησή του για επέμβαση και παρεμπόδιση στη χρήση του δικαιώματος διάβασης και ότι ως αποκλειστική θεραπεία που δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις, ήταν η επιδίκαση προς όφελος του ονομαστικών αποζημιώσεων και η έκδοση προστακτικού διατάγματος επαναφοράς, εντός δύο μηνών από της επίδοσης του διατάγματος. Αποδέχθηκε, όμως, ότι η πρωτόδικη κρίση για επιδίκαση εξόδων στην κλίμακα της αγωγής, δοθέντων της επιδίκασης ονομαστικών αποζημιώσεων και της έκδοσης των σχετικών διαταγμάτων, δεν δικαιολογείτο, αφού ο εφεσίβλητος δεν απέδειξε συγκεκριμένη ζημιά, αλλά δικαιώθηκε μόνο ως προς το βάσιμο του παραπόνου του και διέταξε τη μείωση τους στη χαμηλότερη κλίμακα.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα