«Και τι περιμένεις από ανθρώπους που τους βιάσανε τις γυναίκες μπροστά στα μάτια τους και δεν τραβήξανε το σουγιά τους. Απαθώς τότε. Κι απαθώς σήμερα ζητάνε απλώς διαζύγιο. Τέτοιοι ρουφιάνοι δεν μπορούν να πολεμήσουν για τίποτε» (Παντελής Μηχανικός, «Ίτε», Λευκωσία 1975).
Με την Τουρκική εισβολή, πριν 48 χρόνια στην Κύπρο και 26 χρόνια από τη δολοφονία του Τάσου Ισαάκ και του Σολωμού Σολωμού, υλοποιήθηκαν δύο από τις πιο αποκρουστικές πράξεις που έχουν γίνει στην ιστορία του Ελληνισμού και της ανθρωπότητας.
Και από τότε το κατοχικό καθεστώς που δολοφόνησε και κρατά όμηρο τον ελληνικό λαό της Κύπρου (αγνοούμενοι και συγγενείς, «εγκλωβισμένοι» και άλλα εγκλήματα) και ο ρατσισμός που ξεκινά από την εγκατάσταση των εποίκων και καταλήγει στο βιασμό του πολιτισμού προς όφελος της τουρκοποίησης, συνεχίζεται. Την ίδια στιγμή που έχουν συμβεί και συμβαίνουν αυτά (και άλλα) στην κατεχόμενη και δυστυχώς και στην ελεύθερη Κύπρο και που αποδεικνύουν τη φύση της τουρκικής κατοχής που καταπιέζει και δολοφονεί τον Ελληνισμό, προκύπτει ένα μεγάλο ερώτημα που σχετίζεται με την πολιτική που ακολουθείται.
Υπάρχει νομιμοποίηση της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας στην Αθήνα και τη Λευκωσία να συνδιαλέγονται και να διαπραγματεύονται την Κύπρο και το δικαίωμα του Ελληνισμού στο μέλλον και την ελληνικότητά του; Μπορεί μία ηγεσία, πολιτική και διανοητική, να φαντασιώνεται ελληνοτουρκικές φιλίες με δεδομένη την εισβολή και την κατοχή, με γνωστά τα εγκλήματα του κατακτητή; Η υπόθεση της Κύπρου δεν είναι ζήτημα μίας υποτίθεται πολιτικής και πνευματικής τάξης – ελίτ, η οποία κατά καιρούς εφευρίσκει νέους όρους και «σχέδια» για να νομιμοποιήσει την αποκαλούμενη «λύση», να εδραιώσει τα τετελεσμένα της φασιστικής τουρκικής εισβολής και κατοχής, να διαιωνίσει το ζήτημα των αγνοουμένων και των εποίκων, ουσιαστικά να εγκαταστήσει με ελληνική υπογραφή την Τουρκία σε όλη την Κύπρο. Γιατί η λύση δεν μπορεί ποτέ να στηριχθεί στον ρατσισμό, στη διαιώνιση της αδικίας, στον διαχωρισμό, στη χυδαιότητα, στην ανηθικότητα, στη ζούγκλα.
Η επιβίωση του Ελληνισμού της Κύπρου δε μπορεί να στηρίζεται στην πολιτική και στρατιωτική ομηρία, στα (ψευτο)διλήμματα, αλλά μόνο στις αρχές και τις αξίες, στις ελληνικές έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Δεν υπάρχει η νομιμοποίηση, ούτε η αποδοχή στην κοινωνία για υποχωρήσεις, τόσο στην Κύπρο και βεβαίως στο Αιγαίο και τη Θράκη. Η τριτοκοσμική οδός της συνδιαλλαγής με τους Τούρκους κατακτητές, αποτελεί πισωγύρισμα και υποχώρηση προς τον εισβολέα. Και η συνδιαλλαγή αυτή αποκτά χαρακτηριστικά Ύβρεως όταν γίνεται με τους δολοφόνους.
Ο συνομιλητής των προπαγανδιστών της «λύσης», δηλαδή της νομιμοποίησης και κατοχής της φασιστικής Τουρκίας επί της Κύπρου, είναι ο Χαλίλ Σατραζάμ, συνταγματάρχης εν αποστρατεία και σύμβουλος του εκπροσώπου των κατακτητών, για θέματα ασφαλείας. Ο Σατραζάμ, σύμφωνα με την κατάθεση του ψευτο-υπουργού και αυτουργού για τη δολοφονία του Σολωμού, Κενάν Ακίν, είναι αυτός που έδωσε την εντολή για το έγκλημα.
Το ίδιο συμβαίνει και με τους δολοφόνους του Τάσου Ισαάκ, τους Χασίμ Γιλμάζ, έποικου από την Τουρκία και στελέχους της ΜΙΤ, Νεϊφέλ Μουσταφά Εργκούν, έποικου από την Τουρκία και «αστυνομικού» του ψευδοκράτους, Πολάτ Φικρέτ Κορελί, Τουρκοκύπριου από την Αμμόχωστο, Μεχμέτ Μουσταφά Αρσλάν, έποικου από την Τουρκία και αρχηγού των «Γκρίζων Λύκων» στα κατεχόμενα και Ερχάν Αρικλί, έποικου από την πρώην Σοβιετική Ένωση και «βουλευτή» στα κατεχόμενα.