Αν και η νεότερη ιστορική έρευνα το αποκλείει, για δεκαετίες η φράση «αφού δεν έχουν ψωμί, ας φάνε παντεσπάνι» αποδίδεται στην τραγική βασίλισσα της Γαλλίας, Μαρία Αντουανέτα (1755-1793). Έμεινε στην Ιστορία ως παροιμιώδης φράση που εκφράζει την κοινωνική αναλγησία των προνομιούχων έναντι των οικονομικά ασθενέστερων λαϊκών μαζών. 

Κάποιοι επιχείρησαν να εξηγήσουν αλλιώς τη συγκεκριμένη φράση: Η Μαρία Αντουανέτα -που λένε πως την διέκρινε η κοινωνική ευαισθησία και η φιλανθρωπία- είπε (αν είπε) αυτή τη φράση γιατί απλούστατα στον δικό της κόσμο της αριστοκρατίας όταν έλειπε το ψωμί χρησιμοποιούσαν ό,τι ήταν πιο κοντινό. Εν προκειμένω, ένα μάλλον λαϊκό γλυκό, το παντεσπάνι. 

Η φράση, λοιπόν, μπορεί και να αναφέρεται σε ανθρώπους που τοποθετούνται απέναντι στα σοβαρά ζητήματα της ζωής με βάση τα δεδομένα του δικού τους μικρόκοσμου, σαν να ζουν στον δικό τους πλανήτη. Πολλές φορές τέτοιοι άνθρωποι ηγούνται κρατών ή κατέχουν σημαντικές θέσεις στην πολιτική και την κοινωνία μιας χώρας κ.ο.κ. 

Μετά λόγου γνώσεως και με την εμπειρία 20 χρόνων, θα έλεγα ότι αυτή η περιγραφή ταιριάζει στο πολιτικό προσωπικό της Κύπρου, τηρουμένων των αναλογιών και των εξαιρέσεων βέβαια.  

Όσοι ασχολούνται με την πολιτική -και δεν εννοώ μόνο τους προβεβλημένους- μου έδιναν πολλές φορές την εντύπωση ότι ζουν σε ένα δικό τους κόσμο, συχνά αποκομμένο από την πραγματικότητα που βιώνει ο απλός πολίτης, ο λαός.   

Ένιωθα συχνά ότι ανήκα σε μια τάξη ανθρώπων που νόμιζαν ότι είχαν περισσότερα δικαιώματα από τους πολλούς, ότι έπρεπε να τυγχάνουν διαφορετικής αντιμετώπισης από τους άλλους και είχαν άλλη αντίληψη των προτεραιοτήτων της ζωής. 

Αυτή η «ελιτίστικη» αντίληψη κρύβεται πίσω από το φιλολαϊκό πρόσωπο των πολιτικών, τις αγκαλιές και τα φιλιά στις λαϊκές συγκεντρώσεις και τα φεστιβάλ, τις χειραψίες σε γάμους και βαφτίσια ή τις επικοινωνιακές μεταμφιέσεις σε ρόλους αταίριαστους, π.χ. αγρότης που μαζεύει κεράσια ή οδηγεί τρακτέρ, καταναλωτής που πάει να βάλει βενζίνη ή ψωνίζει από τη λαϊκή αγορά, φίλαθλος στην κερκίδα με το κασκόλ της λαοφιλούς ομάδας κ.ο.κ. 

Τα μέλη αυτής της «αριστοκρατίας» τους είχα βαφτίσει «Αντουανέτους», προς τιμή της τραγικής βασίλισσας.  

Τα πιο πάνω είναι το βασικό σχόλιό μου για τη συζήτηση που άναψε μέσα στον Δεκαπενταύγουστο μεταξύ του πολιτικού προσωπικού, όταν ένας υποψήφιος αποφάσισε να ματαιώσει (κακώς κατά την άποψή μου) τη συμμετοχή του σε debate του κρατικού καναλιού τον μήνα Σεπτέμβριο. 

Και τι δεν διαβάσαμε αυτές τις μέρες κι όχι μόνο στο διαδίκτυο, από όσους ασχολούνται με την πολιτική;  

Μέχρι και κάποιοι από τους κατά τα άλλα πολυάσχολους υπουργούς της Κυβέρνησης -που δεν βρίσκουν χρόνο να απαντήσουν στην αλληλογραφία τους- συμμετείχαν σε αυτό το πανηγύρι δηλώσεων, αναλύσεων και μελετών γύρω από το γεγονός αυτό. 

Στην περίπτωση των υπουργών, προσωπικά πιστεύω ότι προκύπτει θέμα άκομψης παρέμβασης στον προεκλογικό. Πόσο μάλλον, που έπρεπε να σκεφτούν ότι ως υπουργός, αυτός που κατηγόρησαν γιατί «φυγομάχησε» από ένα debate, στην αντίληψη του κοινού είχε πάντα πολύ ψηλότερη επίδοση από τη δική τους όσον αφορά στην προσφορά του στο κυβερνητικό έργο. Βλέπεται ο ρεβανσισμός και η ματαιοδοξία είναι χαρακτηριστικά της τάξης των Αντουανέτων. 

Την ίδια ώρα ο λαουτζίκος είτε ήταν βουτηγμένος στην άμμο και στα νερά μιας παραλίας είτε ήταν βουτηγμένος μέσα στα προβλήματα της ακρίβειας και του πληθωρισμού είτε στα απόνερα της κρατικής αναισθησίας και ανεπάρκειας. Εγώ για παράδειγμα, που έζησα μια ζωή (κι ακόμα ζω) στον πλανήτη των Αντουανέτων, διαπίστωσα τις προάλλες ότι ήμουν ο μόνος που ασχολήθηκε με το θέμα αυτό στον δικό μου κοινωνικό κύκλο. 

Πέραν των ιδίων των πολιτικών και των παρατρεχάμενών τους (εθελοντών και επί πληρωμή) νομίζω ότι κανένας άλλος δεν ασχολήθηκε με αυτή τη συζήτηση. Ήταν μια συζήτηση μεταξύ των πολιτικών, των Αντουανέτων, όπως και πολλές άλλες που έχουμε ζήσει μέχρι σήμερα.