Μετά τον εντοπισμό του νέου κοιτάσματος φυσικού αερίου, ποσότητας 2,5 τρισ. κυβικών ποδιών, από την ENI-Total στο οικόπεδο 6 της ΑΟΖ μας, τα συνολικά αποθέματα της Κύπρου ανέρχονται σε 12 – 15 τρισ. κ.π. και βρίσκονται στα τεμάχια «Αφροδίτη», «Γλαύκος» και «Κρόνος». Η συνολική αυτή ποσότητα δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη για να την υποτιμούμε. Αντίθετα, για την ΑΟΖ μιας μικρής χώρας, όπως είναι η Κύπρος, αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη τόσο για την πολιτική, όσο και την οικονομική προοπτική της.
Η ενέργεια, λοιπόν, μας έφερε στο επίκεντρο ενός θέματος με παγκόσμιο ενδιαφέρον, στοιχείο που χρήζει ιδιαίτερης αξιολόγησης, αλλά και διαχείρισης από την πλευρά μας. Οι ευθύνες μας για σωστή αξιοποίηση των νέων δεδομένων είναι τεράστιες, αφού από την εξέλιξη και κατάληξη αυτού του κορυφαίου θέματος θα κριθούν πολλά. Ακόμα και το εθνικό θέμα που βρίσκεται εδώ και καιρό στα «αζήτητα» της διεθνούς κοινωνίας, ενδέχεται να προσλάβει μια νέα δυναμική, λόγω των ενεργειακών ανακατατάξεων στην περιοχή μας.
Τα ίδια, όμως, ισχύουν και για την οικονομία μας, η οποία αναζητά νέους τομείς για να μπορέσει να στηρίξει τη μελλοντική ανάπτυξη της. Οι επενδύσεις που προβλέπεται να γίνουν στον τομέα της ενέργειας είναι τεράστιες και ενδέχεται να αλλάξουν το πρόσωπο της οικονομίας μας.
Για να γίνουν όλα αυτά, όμως, δεν αρκεί μόνο ο εντοπισμός των κοιτασμάτων, που σε μεγάλο βαθμό έχει γίνει και θα συνεχίσει να γίνεται.
Θα πρέπει να ληφθούν οι σωστές και μακρόπνοες αποφάσεις που θα διασφαλίσουν ότι ο ενεργειακός πλούτος της Κύπρου θα λειτουργήσει υπέρ των συμφερόντων μας, τόσο για το εθνικό θέμα, όσο και για την οικονομία.
Η σημερινή, αλλά κυρίως η νέα κυβέρνηση από τις ερχόμενες Προεδρικές, θα πρέπει να ζυγίσει πολύ τα πράγματα πριν προχωρήσει σε αποφάσεις για το φυσικό αέριο. Και το κυριότερο είναι να παρουσιάσει με πιο ξεκάθαρο τρόπο τον ενεργειακό πλούτο της Κύπρου ως ευρωπαϊκό. Με μια τέτοια πιο ξεκάθαρη τοποθέτηση, αφενός θα θέσουμε την Τουρκία απέναντι στην Ευρώπη και αφετέρου θα συμβάλουμε στο στόχο της ΕΕ για απεξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο. Την ίδια ώρα, θα πρέπει να ωθήσουμε τις ενεργειακές εταιρείες που ήδη δραστηριοποιούνται στην ΑΟΖ μας να προωθήσουν με γρηγορότερους ρυθμούς τα ερευνητικά τους προγράμματα και να βρούμε τρόπους για να προσελκύσουμε και νέες σοβαρές εταιρείες της ενέργειας, που επιθυμούν να επενδύσουν στην Κύπρο.
Τέλος, ιδιαίτερα σημαντικό είναι η συνέχιση και διεύρυνση των περιφερειακών συνεργασιών μας με γειτονικές χώρες, όπως η Αίγυπτος, το Ισραήλ και φυσικά η Ελλάδα. Οι συνεργασίες αυτές, πέραν του ότι ενισχύουν και διευκολύνουν τις ενεργειακές στοχεύσεις μας, δημιουργούν θετικές αντανακλάσεις και στο εθνικό θέμα.
Συμπερασματικά, η ενέργεια, υπό προϋποθέσεις, ενδέχεται να αποτελέσει το όχημα για επίλυση του Κυπριακού και για περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη του τόπου. Καθοριστικό σημείο, όμως, είναι να δούμε τη μεγάλη εικόνα για την Κύπρο και να επιλέξουμε τους σωστούς τρόπους που θα αξιοποιήσουμε αυτό το δώρο της θάλασσας μας…