Με την έναρξη της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το πρωινό του Σαββάτου 20 Ιουλίου 1974, κάθε επικοινωνία με την Ελλάδα αλλά και με τον υπόλοιπο κόσμο διακόπηκε και έτσι δεν ήταν δυνατό κάποιος να φύγει ή να έλθει διά αέρος ή διά θαλάσσης. Όλοι οι χώροι διά του αέρος ή θαλάσσης ήσαν ελεγχόμενοι από την εισβάλλουσα Τουρκία και από τους υποστηρικτές της τις Η.Π.Α και τη Μεγάλη Βρετανία. Πλοία και αεροπλάνα αυτών των χωρών παρακολουθούσαν νυχθημερόν τις κινήσεις του κάθε πλεούμενου ή ιπτάμενου στην περιοχή, γύρω από την Κύπρο. Βέβαια η Τουρκία όχι μόνον παρακολουθούσε αλλά είχε και το «δικαίωμα» σαν εμπόλεμη στην Κύπρο, να ερευνήσει αλλά και να κτυπήσει ύποπτο γι’ αυτή στόχο γύρω από την Κύπρο, είτε πλεούμενο είτε ιπτάμενο. Αυτά ήσαν τα δεδομένα τις κρίσιμες εκείνες ημέρες του Ιουλίου του 1974. Ο άνισος αγώνας στην Κύπρο, σ’ όλα τα μέτωπα συνεχιζόταν ακατάπαυστα, χωρίς να αναμένεται οποιαδήποτε βοήθεια από αλλού, κυρίως από την Ελλάδα. Μάταια αναμενόταν, τουλάχιστον αεροπορική συμβολή από την ελληνική πολεμική αεροπορία, που αν συνέβαινε θα ήταν μια πολύ ευεργετική ενέργεια για τις μαχόμενες δυνάμεις μας από κάθε άποψη. Όμως, δυστυχώς, λόγω προδοσίας και φόβου για γενίκευση των συγκρούσεων και στην Ελλάδα, αφεθήκαμε μόνοι μας.
Οι Ελληνοκύπριοι που βρέθηκαν στην Ελλάδα, κυρίως στην Αθήνα, εγκλωβισμένοι είτε ως επισκέπτες, είτε για δουλειές είτε ως φοιτητές αλλά και αρκετοί που διέμεναν μόνιμα εκεί, με το άκουσμα της έναρξης της τουρκικής εισβολής, ήθελαν πάση θυσία να έλθουν στην μαχόμενη Κύπρο για να βοηθήσουν. Αναζητούσαν κάποιο μέσο για να έλθουν, χωρίς βέβαια να βρίσκουν ούτε αεροπλάνο ούτε και πλοίο. Διαδόθηκε όμως ότι δύο εμπορικά πλοία το Ρέθυμνο 1 και το Ρέθυμνο 2, που εκτελούσαν τη γραμμή Πειραιά-Κρήτη βρίσκονταν στον Πειραιά για να μεταφέρουν στην Κύπρο εθελοντές. Αυτό έγινε στις 22 Ιουλίου, αρχίζοντας να μαζεύονται έξω στην προβλήτα αρκετοί Ελληνοκύπριοι απ’ αυτούς που προανέφερα, ετοιμαζόμενοι να επιβιβαστούν στο πλοίο Ρέθυμνο 1. Στην προβλήτα του λιμανιού του Πειραιά, κοντά στο πλοίο, βρισκόντουσαν ο πρώην συνταγματάρχης διοικητής των δυνάμεων καταδρομών της Εθνικής Φρουράς Δημήτριος Παπααποστόλου, ο τότε λοχαγός Παύλος Νικήτας και άλλοι Κύπριοι αξιωματικοί που βρέθηκαν στην Ελλάδα για κάποιους λόγους πριν από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974. Ο Παπααποστόλου ανέλαβε αυτόβουλα τη διοίκηση όλης αυτής της προσπάθειας μαζί με τους άλλους Κύπριους αξιωματικούς μόνιμους και εφέδρους που βρισκόντουσαν μέσα στον κόσμο που συγκεντρωνόταν στην προβλήτα. Άλλοι γνωστοί Ελληνοκύπριοι που βρέθηκαν εκεί ήσαν ο Νεόφυτος Κάνιας δικηγόρος, ο Γιαννακού καθηγητής μαθηματικών, ο Χριστάκης Αγαθοκλέους από την Πάχνα, ο Πέτρος Φιλίπου, ο Νίκος Ταπακκούδης που έδωσαν την πληροφόρηση, ο Κακουλλής και αρκετοί άλλοι. Αυτοί που ανέβηκαν στο πλοίο ξεπερνούσαν τους χίλιους. Ήσαν όλοι ντυμένοι με πολιτικά και χωρίς όπλα.
Το πολύ αξιοσημείωτο της όλης προσπάθειας ήταν η παρουσία στο αμπάρι του πλοίου (γκαράζ), ενός τάγματος Ελλαδιτών στρατιωτών του μηχανικού, πολύ εξοπλισμένου μ’ όλων των ειδών όπλα και πυρομαχικά όπως και αυτοκίνητα. Φαίνεται ότι η επίσημη διοίκηση του Ελλαδικού στρατού ήθελε να χρησιμοποιήσει τον άοπλο και με πολιτικά κόσμο που συγκεντρώθηκε στο πλοία για να καλύψει το πλήρως εξοπλισμένο στρατιωτικό τμήμα που βρισκόταν στο αμπάρι του πλοίου. Μάλιστα όλος ο κόσμος βρισκόταν και εξ ανάγκης, λόγω του μεγάλου αριθμού πάνω στην ανοικτή επιφάνεια του πλοίου για να φαίνεται ότι το πλοίο μεταφέρει απλά άμαχους που επιστρέφουν στην Κύπρο στις οικογένειές τους. Το πλοίο αφού γέμισε και αφού πήρε τα κατάλληλα εφόδια, όπως καύσιμα τρόφιμα κ.λπ., σάλπαρε κατά το απόγευμα της 22ας του Ιούλη, κατευθείαν για τη Λεμεσό, χωρίς κάποιον ενδιάμεσο σταθμό. Στη διάρκεια του ταξιδιού δεν επιτρεπόταν στους πολίτες να κατέβουν στο αμπάρι αλλ’ ούτε και στους στρατιώτες να βγουν πάνω. Ήταν όμως δυνατό οι πολίτες να δουν τι υπήρχε στο αμπάρι. Το ταξίδι συνεχιζόταν χωρίς κάποιο πρόβλημα, όπως ανακοπή από κάποιο άλλο πλεούμενο είτε τουρκικό είτε αγγλοαμερικάνικο. Έτσι κατά το απόγευμα προς το βράδυ το πλοίο Ρέθυμνο 1 έφθασε έξω από τη Λεμεσό, σε απόσταση 5 χιλιομέτρων από το λιμάνι. Από το πλοίο φαινόντουσαν κάποια αδύναμα φώτα προς τη μεριά της πόλης, διότι λόγω του πολέμου υπήρχε γενική συσκότιση σ’ όλη την Κύπρο, εκτός από τις βρετανικές βάσεις.
Στο πίσω μέρος του πλοίου, στο βάθος, φαινόταν μια σκιά που έμοιαζε με πλοίο. Ταυτόχρονα ο πλοίαρχος του Ρέθυμνος 1 πήρε μήνυμα στον ασύρματο στα Αγγλικά που του έλεγε ότι απαγορεύεται να προχωρήσει το πλοίο προς το λιμάνι και για να επιτραπεί να προχωρήσει έπρεπε να δεχθεί να γίνει νηοψία σ’ αυτό. Ο πλοίαρχος, στην εντολή του πλοιάρχου του πολεμικού πλοίου, απάντησε ότι είναι υποχρεωμένος με εντολές της εταιρείας του πλοίου του, να οδηγήσει το πλοίο στο λιμάνι Λεμεσού για να αποβιβάσει τους επιβάτες του. Ο πλοίαρχος του πολεμικού πλοίου του απάντησε ότι για να του επιτραπεί να μπει στο λιμάνι θα πρέπει να αποδεχθεί να κάνουν έλεγχο (νηοψία), στο πλοίο και αν δεν έχει όπλα ή πυρομαχικά και στρατιώτες τότε θα επέτρεπαν την αποβίβαση των επιβατών. Μετά απ’ αυτή την εξέλιξη ήταν πλέον αδύνατη η αποβίβαση, διότι με την παρουσία των στρατιωτών και του οπλισμού θα περιπλεκόταν πολύ η κατάσταση και έτσι αποφασίστηκε να αρνηθεί ο πλοίαρχος τη νηοψία και να ξεκινήσει η διαδικασία της επιστροφής του πλοίου στον Πειραιά.
Έτσι, έληξε άδοξα αυτή η αποστολή όχι μόνο τόσο για την περίπτωση των εθελοντών, αλλά για το σημαντικό στρατιωτικό τμήμα με τους εξοπλισμούς και τα απολύτως απαραίτητα πυρομαχικά για τις ανάγκες της Εθνικής Φρουράς.
*Δημοτικός Σύμβουλος Κ.Σ. ΕΔΕΚ Λεμεσού