Η ραγδαία αύξηση των τιμών έχει δημιουργήσει τεράστιες προκλήσεις σε όλο το φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας. Για το κάθε νοικοκυριό, οι ψηλότερες τιμές αγαθών και υπηρεσιών διαβρώνουν την αγοραστική δύναμη των μισθών και καταθέσεων, αφήνοντας τα φτωχότερα. Οι επιπτώσεις όμως δεν κατανέμονται ισότιμα. Τα νοικοκυριά με τα χαμηλότερα σχετικά εισοδήματα είναι πολύ πιο ευάλωτα στις επιπτώσεις του ψηλού πληθωρισμού.

Οι συνέπειες της πανδημίας στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια σε συνδυασμό με την παγκόσμια ανάκαμψη του περασμένου χρόνου, αλλά και η αβεβαιότητα γύρω από την Ανατολική Ουκρανία είχαν ήδη ανεβάσει τις τιμές προτού η Ρωσία εισβάλει.

Έκτοτε, οι τιμές των τροφίμων και της ενέργειας έχουν πραγματικά εκτοξευτεί, προκαλώντας αλυσιδωτές αυξήσεις στις τιμές σχεδόν όλων των αγαθών και υπηρεσιών. Αφού Ρωσία και Ουκρανία είναι χώρες παραγωγής ή/και διαμετακόμισης φυσικού αερίου, πετρελαίου, λιπασμάτων, σιτηρών, καλαμποκιού, αραβοσιτελαίου, όπως και αρκετών άλλων πρώτων υλών απολύτως αναγκαίων για την παγκόσμια οικονομία.

Αυτό έρχεται να εντείνει την ανισότητα στην πρόσβαση προς βασικές συνιστώσες της οικονομικής δραστηριότητας και να διευρύνει το εισοδηματικό χάσμα στην κοινωνία, δημιουργώντας οιονεί συνθήκες αστάθειας και ανισορροπίας, εάν αφεθεί να αυτορυθμιστεί.

Τα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα όσο και τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά (μονογονείς, άτομα με αναπηρίες ή με προβλήματα υγείας) τείνουν να βασίζονται περισσότερο σε μισθούς, συντάξεις και βοηθήματα. Ενώ τα νοικοκυριά με πιο ψηλά εισοδήματα συνήθως έχουν προσβάσεις και σε επιπλέον πηγές εισοδημάτων. Όπως από επιχειρηματικές δραστηριότητες, επενδύσεις και χρηματο-οικονομικά προϊόντα, τα οποία συνήθως προσαρμόζονται (ανεβαίνουν) σε περιόδους ανόδου των τιμών. Έτσι, η ακρίβεια μειώνει σχετικά περισσότερο την αγοραστική δύναμη των φτωχότερων και πιο ευάλωτων νοικοκυριών, και συντείνει στην διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών στην κοινωνία.

Από την άλλη, δυστυχώς αυτό που στα οικονομικά μετρούμε ως πληθωρισμό – δηλαδή την αύξηση σε ένα καλάθι αγαθών και υπηρεσιών που αφορούν στον μέσο καταναλωτή – δεν είναι κατ’ ανάγκη αντιπροσωπευτικό για όλα τα εισοδηματικά στρώματα. Για παράδειγμα, μελέτες έχουν καταδείξει ότι τα νοικοκυριά με τα χαμηλότερα εισοδήματα σε αναπτυσσόμενες οικονομίες ξοδεύουν περίπου το 50% των εισοδημάτων τους για τρόφιμα. Ενώ για τα πλουσιότερα νοικοκυριά αυτό είναι μόλις στο 20%. Άρα οι πρόσφατες (όσο και οι επερχόμενες αυξήσεις) επηρεάζουν δυσανάλογα πλούσια και φτωχότερα νοικοκυριά. Επίσης, τα νοικοκυριά με τα ψηλότερα εισοδήματα δύνανται να μεταβάλουν τις αγοραστικές τους συνήθειες προσωρινά προς χαμηλότερης ποιότητας αγαθά – κάτι που τα φτωχότερα νοικοκυριά απλά δεν μπορούν να κάνουν.

Επιβάλλεται λοιπόν να αντιμετωπιστεί η περαιτέρω αποδυνάμωση των αδύναμων και ευάλωτων οικονομικά στρωμάτων. Όπου το κάθε συστατικό του προβλήματος επιφέρει άμεσα δυσμενείς συνέπειες στη δομή της κοινωνίας αλλά και την οικονομία ευρύτερα δημιουργώντας συνθήκες κυκλικής φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, με μακροχρόνιες συνέπειες.

Η Πολιτεία θα πρέπει να παρέμβει. Δίχως καθυστέρηση. Δημιουργώντας ένα ουσιαστικό δίκτυ κοινωνικής προστασίας, και διόρθωσης της επικίνδυνης ανισοσκέλειας που έχει ήδη δημιουργηθεί. Αυξάνοντας και αναπροσαρμόζοντας, στη βάση των νέων τιμών των βασικών αγαθών, τις παροχές και κοινωνικές δαπάνες αλλά και επεκτείνοντας τες τόσο σε εύρος όσο και σε ένταση.

Επιβάλλεται επίσης, οι τιμές συγκεκριμένων βασικών αγαθών και υπηρεσιών αλλά και της ενέργειας να τεθούν υπό στενή παρακολούθηση, επιβάλλοντας πλαφόν στις τιμές πώλησης (όχι μόνο στο περιθώριο κέρδους) εκεί και όπου απαιτείται, σε συνδυασμό με αυστηρότερη εφαρμογή των δικαιωμάτων του ευρωπαίου καταναλωτή για αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας.

Την ίδια στιγμή, πρέπει να διαφυλαχθεί η πρόσβαση όσο και η ομαλή λειτουργία της αγοράς εργασίας σε συνδυασμό με την ομαλή λειτουργία των επιχειρήσεων, κάτω από τις παρούσες αντίξοες συνθήκες.

Ενώ πιο μακροπρόθεσμα, πρέπει να διανοιχθούν δίοδοι και τρόποι επανένταξης στην παραγωγική διαδικασία των χαμηλότερων εισοδηματικά στρωμάτων – ιδιαίτερα των νέων μας, ούτως ώστε να έχουν ίσες ευκαιρίες και ισότιμο μερίδιο ανάπτυξης την επόμενη μέρα. Αφού, στη σύγχρονη οικονομική επιστήμη η βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοινωνική ανάπτυξη, όσο και την απρόσκοπτη πρόσβαση από όλους στις βασικές συνιστώσες της οικονομικής δραστηριότητας.

* Διδάκτορας Χρηματοοικονομικών του Πανεπιστημίου του Cambridge.