Σήμερα που κλείνουν 67 ολόκληρα χρόνια από την ευλογημένη εκείνη μέρα που η θρυλική ΕΟΚΑ άρχιζε τον αγώνα για αποτίναξη του αγγλικού ζυγού και λευτεριά της Κύπρου, αθάνατοι πεσόντες στα πεδία των μαχών συναγωνιστές, καρατομηθέντες στο ικρίωμα της αγχόνης ηρωομάρτυρες συναγωνιστές, και εν ειρήνη αδικαίωτοι τελειωθέντες συναγωνιστές, θα ήθελα να πω λίγα λόγια εκ μέρους των ζώντων συναγωνιστών μου επί τη ευκαιρία αυτή.
Αλλά τι να πω αδέλφια μου και συναγωνιστές μου;
Κοιτάζω μια τους αθάνατους και δοξασμένους ήρωες και εθνομάρτυρές μας, και μια την Κύπρο μας και τα μάτια μου βουρκώνουν. Ένας λυγμός με πνίγει και δεν ξέρω τι να πω. Αν αυτό που νοιώθω να ξεχειλίζει από τη ψυχή μου μέσα είναι οργή, ή λύπη, ή ντροπή, ή παράπονο, ή όλα αυτά μαζί.
Αθάνατοι και στεφανωμένοι με την αίγλη των προφητών και των μαρτύρων ήρωες μας. Θυμάμαι τότε που με αρχηγούς μας τον θρυλικό Διγενή και τον μπουρλοτιέρη Εθνάρχη Μακάριο τραβούσαμε για Ένωση και Λευτεριά. Ξέραμε τι θέλαμε. Πιστεύαμε στο δίκαιο του αγώνα μας. Γι’ αυτό και βρίσκαμε τη δύναμη να περιφρονούμε και να γελοιοποιούμε τον θάνατο. Συρόμασταν στα κρατητήρια, κλεινόμασταν στις φυλακές, ανεβαίναμε στις αγχόνες και πέφταμε στη φωτιά της μάχης περήφανοι και χαμογελαστοί.
Αθάνατοί συναγωνιστές. Μέσα σε αυτά τα 67 χρόνια που πέρασαν από τότε συνέβησαν πολλά. Πόνος βαθύς συνέχει την ψυχή μας γιατί πολλά από τα ιερά χώματά μας που τα αγιάσατε με τις θυσίες και το αίμα σας, στενάζουν και υποφέρουν σήμερα κάτω από το πέλμα του πιο βάρβαρου ασιάτη κατακτητή. Και είναι στιγμές που δεν ξέρω τι να πω. Ποιούς αγάπησε περισσότερο ο Θεός εσάς που πέσατε στη μάχη, ή που ανεβήκατε τα σκαλοπάτια της αγχόνης, ή εμάς που επιζήσαμε; Αλλά δεν είναι η στιγμή κατάλληλη για να συνεχίσω. Η στιγμή τούτη είναι δική σας. Για σας πρέπει να μιλήσω και όχι για μας.
Σας θυμόμαστε και σας θαυμάζουμε. Αγωνιστήκατε για το δίκαιο, την τιμή, την αξιοπρέπεια και την πίστη μας Τιμήσατε την ελληνική αρετή και τις παραδόσεις της φυλής μας. Και όταν χρειάστηκε δώσατε στην πατρίδα ό,τι πολυτιμότερο έχει ο άνθρωπος. Την ίδια τη ζωή σας. Στη θυσία σας έκλαυσε ολόκληρη η Κύπρος. Και η ελληνική σημαία, που δεν την αφήσατε να πέσει στα χέρια του εχθρού, αγκάλιασε το ρακένδυτο και ματωμένο νεανικό κορμί σας.
Μπορεί να μη σας θρήνησε η στρατιωτική σάλπιγγα. Να μη σας αποχαιρέτησαν τα στρατιωτικά ντουφέκια. Όμως, το φως της θυσίας σας αστραποβόλησε στα πέρατα του κόσμου. Αστραποβολεί σε όλα τα πολιτισμένα χριστιανικά κράτη του κόσμου, που οι ηγέτες των πρόδωσαν τον εαυτό τους και την ιστορία τους και απέδειξαν ότι ο χριστιανισμός τους ήταν απλώς μια μάσκα, ή καλύτερα ένας τούρκικος φερετζές. Και το απαστράπτον φως της θυσίας σας υπενθυμίζει πως σε αυτό το μικρό νησί υπάρχει ένας λαός που ζητά δικαιοσύνη και ανάκτηση των κατεχομένων από τις ορδές των βαρβάρων και αλλοθρήσκων εισβολέων εδαφών του. Πως υπάρχει μια Ελλάδα που αγωνίζεται και αγωνιά να επιβιώσει.
Πλανήθηκαν, οι εθνομάρτυρές μας, σε ερημότοπους και βουνά, σε σπηλιές και οπές της γης. Τι λόγια έχουμε να πούμε αν οι ανδριάντες τους, που περήφανα στολίζουν τις πλατείες των πόλεων και των κοινοτήτων που τους γέννησαν, πάρουν σήμερα σάρκα και οστά, ανοίξουν τα μάτια τους και ζητήσουν λόγο για το σημερινό μας κατάντημα; Κομματιάστηκε η πατρίδα σήμερα. Διώξαμε τον Άγγλο δυνάστη. Μα ο τουρκικός Αττίλας πιο φοβερός, πιο στυγερός εχθρός, μολύνει τη γη που αγιάστηκε με τόσο αίμα, πόνο, και δάκρυ και έκανε εκατόμβη το ελληνικό γένος.
Θα μπορούσαμε αντί επαίνων προς τους ήρωες μας να κάνουμε αυτό που έκαναν οι Εβραίοι όταν οι Βαβυλώνιοι όχι μόνο κατέλαβαν την Ιουδαία αλλά ανάγκασαν γέρους, νέους και παιδιά να μετοικήσουν στη Βαβυλώνα. Ηττημένοι και ντροπιασμένοι τι έκαναν; «Επί τον ποταμόν Βαβυλώνος εκεί εκάθησαν και έκλαψαν», λέγει ο ψαλμωδός της εκκλησίας μας.
Εμείς, όμως, δεν θα μαζευτούμε στις πλατείες των πόλεων και των κοινοτήτων που τους ανέθρεψαν για να θρηνήσουμε χαμένες πατρίδες. Θα σταθούμε για λίγο στα αμείλικτα ερωτήματα για την επί 48 χρόνια κατάντια μας και, με γνώμονα το σοφό απόφθεγμα «ο μόνος αλάνθαστος κριτής είναι η συνείδηση και ο παντογνώστης Θεός», θα αποδεχθούμε ότι όλοι έχουμε μερίδιο ευθύνης και πως σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς «ενότητα θα πρέπει να αποζητούμε και αυτήν πρέπει να διαφυλάττουμε» -όπως λέγει στον συγχωρητικό του λόγο ο ελευθερωτής των Ελλήνων Θεόδωρος Κολοκοτρώνης- «κι’ όχι τη συνεχή, άχρι θανάτου, αναψηλάφηση των παθών και διχογνωμιών και αμαρτημάτων μας».
Σήμερα, λοιπόν, είναι μια ξεχωριστή ευκαιρία συλλογικής και εθνικής ανάτασης και ταυτόχρονα απολογισμού και επαναξιολόγησης της ιστορικής μας πορείας. Όλοι οι Έλληνες, που λιτανεύουμε τις μνήμες και λιβανίζουμε τους αγίους Νεομάρτυρες του Επικού μας Αγώνα 1955-59, προσδοκώντας τη δικαίωση, ας προσπαθήσουμε να κάνουμε ένα αυτοέλεγχο, να κάνουμε μια αυτοκριτική για να διαπιστώσουμε τις παραλείψεις και τα λάθη μας. Υποκλινόμενοι, στη συνέχεια, μπροστά στη στρατιά των ηρωομαρτύρων μας, να ζητήσουμε από αυτούς συγχώρεση και να τους δώσουμε την υπόσχεση ότι το όραμα με το οποίο έζησαν και πέθαναν θα είναι ο τηλαυγής φάρος που θα φωτίζει τη χρεωστική μας πορεία για το μέλλον. Και τότε να είμαστε βέβαιοι ότι σύντομα η έννοια της ελευθερίας μας δεν θα αποτελεί ένα θελκτικό όνειρο, αλλά, μια ζώσα πραγματικότητα που θα κάνει τις ψυχές των αθανάτων μας ηρώων, που έζησαν και πέθαναν με το όραμα αυτό της ελευθερίας, να ανασκιρτήσουν τρισόλβιες.
*Ασύλληπτος αντάρτης 55-59 και Πρόεδρος Συνδέσμων Αγωνιστών Πάφου).