Τις τελευταίες εβδομάδες, η Τουρκία διεκδικεί έναν αναβαθμισμένο ρόλο στο πεδίο της παγκόσμιας διπλωματίας δια μέσου των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας και εν μέρει τον έχει κερδίσει. Ασκώντας τον ρόλο του λεγόμενου επιτήδειου ουδέτερου προάγει με κάθε μέσο το προφίλ μιας ειρηνοποιού δύναμης, «της ελπίδας του κόσμου», όπως χαρακτήρισε ο Τούρκος ΥΠΕΞ τη χώρα του. Φυσικά, εμείς εδώ στην Κύπρο ξέρουμε πάρα πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο απέχει πολύ από την πραγματικότητα.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία μαρτυρεί, πρώτον, το οφθαλμοφανές, ότι η Ρωσία διεκδικεί ουκρανικά εδάφη, τα οποία αντιλαμβάνεται ως ζωτικό της χώρο και θα της εξασφαλίσουν την πολυπόθητη πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα και κατά δεύτερον, με μια δεύτερη ανάγνωση, την ανάγκη των μεγάλων δυνάμεων για επανακαθορισμό του διεθνούς συστήματος, δηλαδή την, εν πολλοίς, εκ νέου, κατανομή της ισχύος και των νέων συνασπισμών που θα προκύψουν. Πιο συγκεκριμένα, η Ρωσία δεν αποτελεί με απόλυτο τρόπο μέρος της παγκόσμιας οικονομικής συναλλαγής, κάτι που αποδεικνύεται από τη μειωμένη εξαγωγική δυνατότητα της χώρας, πέραν των πρώτων υλών, αλλά και με τα δεδομένα του πολέμου που διεξάγει σήμερα, δηλαδή από τη σχετικά χαμηλή απόδοση των ρωσικών στρατιωτικών επιχειρήσεων στο ουκρανικό έδαφος. Επομένως, το δυτικό στρατόπεδο από τη μια και το συνεχώς αναδυόμενο κινεζικό κράτος από την άλλη, επιδιώκουν τον έλεγχο των ρωσικών πλουτοπαραγωγικών πηγών. Σε αυτό το πλαίσιο, κινήθηκε μάλλον και ο Αμερικανός ΥΠΕΞ όταν δήλωνε πως εάν η Κίνα συνδράμει τη Ρωσία, τότε θα υποστεί κυρώσεις.
Επομένως, αργά ή γρήγορα η Τουρκία, θα κληθεί να επιλέξει τους συμμάχους της, γιατί μπορεί επιτυχώς να επιδίωξε τον διαμεσολαβητικό της ρόλο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η διαμεσολάβηση αυτή θα είναι επιτυχής, αλλά ούτε και εάν υπάρξει πρόοδος στις διαπραγματεύσεις, αυτό θα συμβεί λόγω της στάσης ή των υψηλού επιπέδου διπλωματικών και διαμεσολαβητικών υπηρεσιών της Τουρκίας. Φυσικά, η Τουρκία δεν επέλεξε τυχαία τον ρόλο αυτό. Μετά και το προβάδισμα που δόθηκε στον ελληνικό χώρο στα τέλη του προηγούμενου έτους από τις ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας, τόσο με τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις στην περιοχή μεταξύ Κύπρου, Ελλάδας, Αιγύπτου, Ισραήλ και ΗΑΕ με την επίβλεψη των Αμερικανών, όσο και με την παρουσία της αμερικανικής Exxon Mobil στην κυπριακή ΑΟΖ, ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την Τουρκία, ή τουλάχιστον έτσι το αξιολογούν οι Τούρκοι αξιωματούχοι, να κερδίσει το χαμένο έδαφος και να πλησιάσει ξανά τη Δύση χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την κατά τα άλλα λυκοφιλία της με τη Ρωσία του Putin.
Άλλωστε, η Τουρκία καταδίκασε σε επίπεδο ρητορικής την εισβολή στην Ουκρανία, αλλά απέχει συστηματικά από οποιεσδήποτε κυρώσεις εις βάρος της Ρωσίας. Κάτι τέτοιο, συνδέεται απόλυτα με την αντίληψη της Τουρκίας για το διεθνές δίκαιο. Η στάση της, λοιπόν, αντανακλάται αρχικά στην προσπάθειά της να αποφύγει οποιεσδήποτε παρόμοιες κυρώσεις από τη Δύση λόγω του κυπριακού ή πολύ περισσότερο λόγω των παραβιάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου στο Αιγαίο ή τα σύνορα στον Έβρο και έπειτα, όπως υπαινίχθηκε και πιο πάνω, στην αποφυγή οποιασδήποτε διάρρηξης των σχέσεών της με τη Ρωσία που θα μπορούσε να τη θέσει στο στόχαστρο του Putin, όπως για παράδειγμα η παραχώρηση των ρωσικών S400 στην Ουκρανία, κάτι που και σε τεχνικό επίπεδο δεν είναι εφικτό. Άλλωστε, η κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού από τους Τούρκους το 2015 ή η συστηματική ανοχή που επιδεικνύει η Ρωσία έναντι της Τουρκίας στη Συρία, δεν αποτελούν ζητήματα τα οποία η τουρκική διπλωματία επιθυμεί να ανασύρει. Ωστόσο, η Τουρκία είναι χώρα – μέλος του ΝΑΤΟ. Επομένως, πολύ σύντομα, εκτιμάται ότι η Δύση θα πιέσει την Τουρκία να παραμείνει συνεπής στις συμμαχικές της υποχρεώσεις και να καταδικάσει εμπράκτως τη ρωσική εισβολή. Άλλωστε, ο πρόεδρος Zelensky δήλωσε ήδη ότι η Τουρκία αποτελεί τον καλύτερο σύμμαχο της Ουκρανίας στην περιοχή. Ενδεχομένως, κάτι τέτοιο δεν ειπώθηκε μόνο για να αναδειχθεί η στρατιωτική ενίσχυση της Ουκρανίας από την Τουρκία. Με τη δήλωση Zelensky, η Δύση αποσκοπούσε στη διατάραξη των σχέσεων Τουρκίας και Ρωσίας με την πρώτη να δηλώνει ότι η στρατιωτική ενίσχυση της Ουκρανίας εμπίπτει απλώς σε καθεστώς εμπορικής συναλλαγής.
Εν κατακλείδι, η Κύπρος, θα χρειαστεί να παραμείνει πολύ προσεκτική στη διαχείριση των ισορροπιών. Μια χώρα που υπέστη εισβολή και υπομένει ακόμα την κατοχή, αναπόφευκτα τάσσεται υπέρ του αμυνόμενου, παρ’ όλες τις αλλαγές που ενδέχεται να συμβούν στα πλαίσια της παρουσίας των ρωσικών κεφαλαίων στη χώρα μας. Εάν η ένταση κλιμακωθεί ακόμα περισσότερο, κάτι που συμβαίνει ήδη λόγω και της σκληρής γλώσσας που δυναμιτίζει το κλίμα μεταξύ Δύσης και Ανατολής, η Τουρκία ενδεχομένως να αναγκαστεί να απελευθερώσει τα Στενά του Βοσπόρου υπέρ του ενός ή του άλλου με αποτέλεσμα την αναπόφευκτη επιλογή στρατοπέδου και την εγκατάλειψη της αμφίσημης στάση της. Η ηρωική αντίσταση των Ουκρανών υποχρεώνει τη Δύση σε περαιτέρω κυρώσεις έναντι της Ρωσίας. Ο προαναφερθέντας επανακαθορισμός των γεωστρατηγικών επιρροών βρίσκει την ελληνική διπλωματία στο πλευρό της Ουκρανίας. Επομένως, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, η Κύπρος θα χρειαστεί να θέσει ζήτημα κυρώσεων έναντι της Τουρκίας, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα με τη Ρωσία.
*Πολιτικός Επιστήμων