Πολύχρωμα πυροτεχνήματα αποδείχθηκαν τελικά οι αντιδράσεις των καταναλωτών, των κοινωνικών φορέων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των κομμάτων και της πολιτικής ηγεσίας ενάντια στις σφαγιαστικές χρεώσεις τραπεζών, οι οποίες επιβάλλονται από στις αρχές του 2022 σε λογαριασμούς φυσικών και νομικών προσώπων και σε υπηρεσίες που παρέχουν σε πελάτες τους.

Η παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας για εξέταση της απόφασης των τραπεζών για τις επίμαχες χρεώσεις παρέμεινε γράμμα κενό, καθώς δεν κατάφερε να συνετίσει τις αυθαίρετες μεθοδεύσεις των τραπεζικών οργανισμών. Παράλληλα, η πολυδιαφημισμένη υπόσχεση του υπουργού Οικονομικών ότι θα τρίξει τα δόντια προς τις ηγεσίες των συστημικών τραπεζών ξεδοντιάστηκε στον δρόμο. Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, σκίασαν για άλλη μια φόρά τον ήδη συννεφιασμένο ουρανό της Κύπρου, σκορπώντας απογοήτευση στους πολίτες, οι οποίοι παρακολουθούν αμήχανα τους θεσμούς της πολιτείας και της κοινωνίας να παραδίδονται αμαχητί στα τραπεζικά συμφέροντα. 

Οι δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών ότι τα σχετικά Διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας διασφαλίζουν εύλογες χρεώσεις για τις πλείστες τραπεζικές υπηρεσίες, μόνο γέλωτα προκαλούν. Η παρότρυνση του Κωνσταντίνου Πετρίδη στους πελάτες των τραπεζών να χρησιμοποιούν έναν βασικό λογαριασμό για τη διεξαγωγή των συναλλαγών τους, έτσι ώστε να μειώσουν τις χρεώσεις που θα καταβάλλουν, από μόνη της συνιστά πολιτική κάλυψη των αυθαίρετων τραπεζικών πρακτικών. 

Από την πλευρά του, ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας σφυρίζει αδιάφορα, λες και το θέμα θεωρείται λήξαν, την ώρα που τα «εύλογα» τέλη των τραπεζών καίνε την τζέπη των πελατών τους, με πρώτα θύματα τους χαμηλοσυνταξιούχους, τους χαμηλόμισθους και τα μη προνομιούχα στρώματα του πληθυσμού. Είναι ηλίου φαεινότερο πως οι τράπεζες έχουν αποστασιοποιηθεί από το όποιο κοινωνικό τους πρόσωπο. Μοναδική τους επιδίωξη είναι η μεγιστοποίηση των κερδών τους, αδιαφορώντας για τις αρνητικές επιπτώσεις στα κοινωνικοοικονομικά πράγματα, εν μέσω πρωτοφανούς κρίσης που προκαλεί η ύφεση και η πανδημία. Το τραγικό του όλου ζητήματος είναι το γεγονός ότι οι τράπεζες στην Κύπρο λειτουργούν σε μονοπωλιακό περιβάλλον, ενώ απουσιάζει εμφανώς ο υγιής ανταγωνισμός. Περί τούτου θεωρείται πολύ εύστοχη η δημόσια τοποθέτηση του έγκριτου δημοσιογράφου- οικονομολόγου Χρίστου Καρύδη πως «ο ανταγωνισμός στο τραπεζικό σύστημα είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτος. Δυο τράπεζες κινούν την αγορά, κάνουν παιγνίδι σε βάρος των καταναλωτών και οι υπόλοιπες τράπεζες ακολουθούν αδύναμες να διαφοροποιήσουν το αρνητικό περιβάλλον».

Υπό το βάρος αυτής της άσχημης εξέλιξης στο κοινωνικοοικονομικό μέτωπο, με την κυβέρνηση να σηκώνει τα χέρια ψηλά και τους τραπεζίτες να ενεργούν κατά το δοκούν χωρίς φρένο, το βάρος πέφτει στους ώμους της Βουλής, η οποία καλείται να κάνει τις αναγκαίες διορθωτικές κινήσεις. Η προστασία των καταναλωτών έναντι της τραπεζικής ασυδοσίας εναπόκειται πλέον στον κοινωνικό πατριωτισμό των κοινοβουλευτικών κομμάτων και στην κοινωνική ευαισθησία του κάθε βουλευτή χωριστά. Αυτό προυποθέτει ψήφιση νομοθεσίας που να παρέχει δίχτυ προστασίας στον πελάτη της τράπεζας, ο οποίος παραμένει έρμαιο στις τραπεζικές ορέξεις. Αν αποτύχει η προσπάθεια, θα δικαιωθεί για πολλοστή φορά η ρήση πως στην Κύπρο τα διαπλεκόμενα συμφέροντα κάπου τέμνονται εξού και αλληλοκαλύπτονται, αφήνοντας τους καρχαρίες στο απυρόβλητο, σύροντας τα αδύναμα στρώματα του λαού στον Καιάδα, με το κοινωνικό κράτος να μεγαλουργεί συνεχίζοντας το «θεάρεστο» έργο του, υπό τις ευλογίες των πολιτικών καιροσκόπων και των οικονομικών κερδοσκόπων. Και προπαντός υπό τη σιωπηρή κάλυψη, ανοχή ή και συνενοχή εκείνων που επαίρονται πως υπάρχουν για να προστατεύουν τα συμφέροντα των αδικημένων, των μικρομεσαίων και των μη προνομιούχων.

* Δημοσιογράφος, πρόεδρος Ινστιτούτου Ελληνικού Πολιτισμού www.iep.org.cy