Έχουμε Υφυπουργείο, λοιπόν. Αλλά τι Υφυπουργείο έχουμε; Ιδού η απορία.

Εδώ που φτάσαμε δεν νομίζω ότι έχουμε άλλη επιλογή παρά να αναγνωρίσουμε ότι πρόκειται για μια κομβική στιγμή για τα πολιτιστικά μας δρώμενα. Ο γέγονε, γέγονε, ο κύβος ερρίφθη κ.λπ. κ.λπ. Με όσα είδανε τα ματάκια μας όλα αυτά τα χρόνια, τίποτε δεν ήταν δεδομένο και η θεσμοθέτηση της δομής συνιστά από μόνη της διάβαση του Ρουβίκωνα. Όπως ήρθαν τα πράγματα, πρέπει πρώτα να χαιρετίσουμε το γεγονός της ίδρυσης του Υφυπουργείου από μόνο του. Έστω κι έτσι. Έστω και –προσωρινά- χωρίς το Τμήμα Αρχαιοτήτων, έστω και δημοσιονομικά ουδέτερο, έστω και χωρίς «προίκα», έστω και με τις δομικές ελλείψεις των υφιστάμενων υπηρεσιών που επηρεάζονται.

Κι ύστερα θα πρέπει να σηκώσουμε όλοι μανίκια. Κι όταν λέω «όλοι» εννοώ πρώτα την κυβέρνηση, που κανονικά πρέπει ν’ αρχίσει έναν αγώνα δρόμου για να στηρίξει το νεογέννητο Υφυπουργείο στα κρίσιμα πρώτα του βήματα, με σοβαρό κίνδυνο το εγχείρημα να αποδειχτεί τερατογένεση. Όμως, εννοώ και τους επηρεαζόμενους, καλλιτέχνες, παράγοντες και επαγγελματίες του τομέα, όσο και τους απλούς πολίτες και τους δημοσιογράφους που πρέπει να πιέσουμε προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά και να συμμετέχουμε στον ριζικό ανασχεδιασμό της πολιτιστικής διακυβέρνησης.

Για να γίνει αυτό, δεν πρέπει να βλέπουμε την εξέλιξη με τη -συμβιβαστική έστω- ψήφιση του νομοσχεδίου ως το τέλος μιας διαδρομής. Μόνος ένας τρόπος υπάρχει να τη δούμε: ως ιστορική ευκαιρία. Από εδώ και πέρα, με τον διορισμό Υφυπουργού και Γενικού Διευθυντή μέσα στους επόμενους λίγους μήνες και με τη λειτουργία του Υφυπουργείου από τον Ιούλιο, αρχίζει η μεγάλη ανηφόρα. Στα πρώτα αυτά καθοριστικά στάδια θα πρέπει να τεθούν προσεκτικά και μεθοδικά τα θεμέλια, να δημιουργηθούν δομές, να αποτιμηθούν οι ανάγκες ώστε στο επόμενο στάδιο να υπάρχει ένα στέρεο και λειτουργικό κέντρο παραγωγής πολιτιστικής πολιτικής.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα πρέπει αυτή τη φορά να διαψεύσει όλους εμάς τους κασσανδρίζοντες και να κάνει σωστή επιλογή προσώπων, προσφέροντάς τους παράλληλα και την απαραίτητη φροντίδα και στήριξη για τον καθορισμό αυτών των πρώτων βημάτων. Τα αστεία τελείωσαν. Έτσι κι αλλιώς, μετρά αντίστροφα και στο ολιγόμηνο διάστημα που απομένει μέχρι την ολοκλήρωση της θητείας του καλό θα ήταν να διασφαλίσει ότι δεν θα πάει στράφι η δημιουργία Υφυπουργείου, την οποία ο ίδιος είχε εξαγγείλει προεκλογικά πριν από δέκα χρόνια κι είδε να υλοποιείται έστω και την υστάτη. Θα είναι κρίμα για τον όποιο δικό του κόπο, δηλαδή.

Σε πρώτο στάδιο, δεν είναι μυστικό ότι το οργανόγραμμα προκύπτει μπακαλίστικα, με συμπίληση υφιστάμενων υπηρεσιών και τμημάτων. Έχει επισημανθεί ξανά, πως τις επεμβάσεις σε σχέση με τις επιμέρους αλλαγές και προσθήκες που είναι απαραίτητες από τον πρώτο κιόλας χρόνο λειτουργίας για την αναβάθμιση του Υφυπουργείου θα τις επωμιστούν ο πρώτος Υφυπουργός και ο πρώτος Γενικός Διευθυντής –οι μόνοι νεοπροσληφθέντες. Κι όλοι θέλουμε να ελπίζουμε ότι θα έχουν την ικανότητα και, κυρίως, τα εργαλεία και την ανοιχτοχεριά να εμπλουτίσουν ουσιαστικά το εγχείρημα.

Υπάρχουν πολλά να προσάψει κανείς στον Πρόδρομο Προδρόμου, σχετικά με τους ατυχείς χειρισμούς του αλλά και τη στάση του απέναντι σε διάφορα ζητήματα της πολιτιστικής πολιτικής, της οποίας θεσμικά ήταν ο υπεύθυνος. Όμως, ναι, πιστώνεται κι αυτός με την ευόδωση της προσπάθειας, όπως και ο Κώστας Χαμπιαούρης. Ίσως γιατί συνειδητοποίησαν από πρώτο χέρι πόσο ανώφελη και αδιέξοδη είναι η πολιτική συγκατοίκηση της παιδείας με τον πολιτισμό. Κάτι, βέβαια, που επισημαίνεται εδώ και δεκαετίες από τους εμπλεκόμενους. Γι’ αυτό βρίσκω, προσωπικά, λίγο ειρωνικό τώρα πια που το νερό μπήκε οριστικά στο αυλάκι, να λησμονούμε τους λόγους για τους οποίους όλα αυτά τα χρόνια αντιμετωπίζαμε την προοπτική της αυτονόμησης του πολιτισμού σαν το Άγιο Γκράαλ.

Ναι, η γέννα είχε πόνους, όπως διαπίστωσε από πρώτο χέρι και ο εκ των «μαιευτήρων» Παύλος Μυλωνάς, πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας. Λογικό, αφού το κράτος «κοιλοπονούσε» για χρόνια, υπήρχε μακρά δυστοκία. Και το παράδοξο είναι ότι μπορεί να μην έτεκεν μυν, αλλά το «μωρό» που γεννήθηκε δίνει την εντύπωση ότι είναι πρόωρο. Αυτός είναι ακόμη ένας λόγος για να το φροντίσουμε και να διασφαλίσουμε ότι θα σταθεί γερά στα πόδια του. Και τη μεγαλύτερη ευθύνη την έχει ο ευτυχής «χαζομπαμπάς» Νίκος Αναστασιάδης, που είναι αμφίβολο αν επεξεργάζεται σωστά την ευχάριστη αναγγελία.

Δεν ξέρω πόσοι το συνειδητοποιούν, αλλά η παρουσία του την περασμένη Δευτέρα στην τελετή απονομής των Βραβείων του ΘΟΚ ήταν κατά πάσα πιθανότητα η τελευταία με την ιδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεδομένου ότι η θητεία του ολοκληρώνεται τον Φεβρουάριο. Τις προηγούμενες φορές –πλην μιας, αν δεν απατώμαι- ήταν συνεπής στη καθιερωμένη ετήσια εμφάνισή του στη γιορτή του θεάτρου, το βήμα της οποίας έβλεπε ως ευκαιρία να αραδιάσει τα «επιτεύγματα» της κυβέρνησής του στον τομέα του πολιτισμού. Ο λογογράφος του δεν πρέπει να έκανε και… υπερωρίες, αφού από τη μια χρονιά ως την άλλη ελάχιστα πράγματα άλλαζαν και πολλές φορές χρειάστηκε ν’ αλλάξει μόνο τα ονόματα. Σε μεγάλο βαθμό, οι εξαγγελίες του αφορούσαν «δρομολογήσεις» αιωνίως εκκρεμούντων ζητημάτων ή επανάληψη παλιών εξελίξεων. Ας μην τα αραδιάσουμε αυτή τη φορά. 

Φέτος, είχε κάτι χειροπιαστό να πει κι αυτό ήταν η επικείμενη ίδρυση του Υφυπουργείου «για μια συνεκτικότερη, αποτελεσματικότερη και πιο αναβαθμισμένη διαχείριση του πολιτισμού». Η αλήθεια όμως είναι ότι αυτή θα έχουμε κάποιες ελπίδες να τη δούμε μόνο αν το εγχείρημα ευοδωθεί. Στο διάστημα που υπολείπεται θα έχουμε κιόλας το πρώτο δείγμα γραφής με την ανίχνευση των αναγκών για τη στελέχωση και αναβάθμιση της λειτουργίας των Πολιτιστικών Υπηρεσιών και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ομαλή ένταξη του Τμήματος Αρχαιοτήτων το καλοκαίρι του 2023. Αν ο Πρόεδρος αισθάνεται ότι έκανε ήδη το καθήκον του κι ότι η «καυτή πατάτα» αφορά πια τον επόμενο, θα ναρκοθετήσει το ίδιο του το επίτευγμα.

Ελεύθερα, 3.4.2022