Αποτελεί βασική αρχή δικαίου ότι ένα πρόσωπο που επιλέγει την αποδοχή δικαιώματος που ενέχει συγχρόνως και την εκπλήρωση υποχρέωσης, δεν του επιτρέπεται η απόκτηση του οφέλους και η απαλλαγή του από την υποχρέωση. Η ταυτόχρονη ύπαρξη του δικαιώματος και της υποχρέωσης, όπου το ένα τελεί υπό τον όρο της ύπαρξης του άλλου, εμποδίζει τον ωφελούμενο να εκμεταλλευτεί τα όσα του παρέχει το δικαίωμα και να αποδοκιμάσει την υποχρέωση. Η επίδειξη μιας τέτοιας συμπεριφοράς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού η επιδοκιμασία με την άσκηση του δικαιώματος, τον εμποδίζει να ισχυρίζεται ότι δεν υπέχει και την υποχρέωση. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να παρατηρηθεί στην περίπτωση χορήγησης πολεοδομικής ή άδειας οικοδομής, όπου ο ιδιοκτήτης παραλείπει να εκπληρώσει όρο που του επιβλήθηκε για τη χορήγηση της άδειας. Ο ιδιοκτήτης, εφόσον χρησιμοποιήσει την άδεια και προχωρήσει με την ανάπτυξη, θεωρείται ότι την επιδοκιμάζει και έχει προσπορισθεί το όφελος από αυτήν. Επομένως, εμποδίζεται να αμφισβητήσει εκ των υστέρων τον όρο που του επιβλήθηκε και να μην τον εκπληρώσει. Οι όροι της άδειας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της και την καθιστούν μη διαιρετή.
Η διάσταση του θέματος φαίνεται έντονα όταν ο ιδιοκτήτης αποτείνεται στην αρμόδια Αρχή, εξασφαλίζει την άδεια οικοδομής και παρέχει τη γραπτή συγκατάθεση του σε όρο που επιβλήθηκε όπως είναι η παραχώρηση συγκεκριμένου τμήματος του κτήματος για να εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος. Ενώ εξασφάλισε το όφελος, στη συνέχεια δεν προχωρεί με την εξασφάλιση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης για εκσυγχρονισμό του τίτλου ιδιοκτησίας του κτήματος και την εγγραφή του δρόμου. Η διατήρηση της εγγραφής ολόκληρου του κτήματος στον τίτλο ιδιοκτησίας δεν τον νομιμοποιεί να εγείρει αγωγή εναντίον της αρμόδιας Αρχής ότι επεμβαίνει στο μέρος που επηρεάζεται από την παραχώρηση του δημόσιου δρόμου και να ζητά άρση της φερόμενης παράνομης επέμβασης και αποζημιώσεις. Μια τέτοια απαίτηση δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας, αφού ο ιδιοκτήτης εμποδίζεται από την αρχή του δικαιώματος και της υποχρέωσης.
Η απόφαση που εξέδωσε ο Δικαστής κ. Μ. Παπαθανασίου ημερ.2.2.2022 προβάλλει την ανωτέρω αρχή, όπου ο προκάτοχος του ιδιοκτήτη αποδέχθηκε την έκδοση άδειας οικοδομής για περίφραξη και συγχρόνως όρο για παραχώρηση τμήματος του κτήματος ως δημόσιο δρόμο. Ενώ κατασκεύασε την περίφραξη και έδωσε τη γραπτή συγκατάθεση του, ο νέος ιδιοκτήτης ήγειρε αγωγή εναντίον της αρμόδιας Αρχής, η οποία κατασκεύασε το δρόμο, ισχυριζόμενος ότι παράνομα επεμβαίνει στο τμήμα του κτήματος και ζητούσε διάταγμα άρσης της παράνομης επέμβασης πλέον αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτός δεν μπορούσε να παραπονείται διότι καμία παράνομη επέμβαση δεν υπάρχει από την αρμόδια Αρχή και απέρριψε την αγωγή.
Τόνισε ότι ο ιδιοκτήτης παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους της άδειας και κατέχει την περίφραξη χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης, άρα παράνομα κατά παράβαση του άρθρου 20(1)(γ) του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96. Ο ιδιοκτήτης υπό τις περιστάσεις οφείλει να συμμορφωθεί με τους όρους της άδειας και να εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης προκειμένου να καταστεί δυνατή η εγγραφή του επίδικου τμήματος του ακινήτου ως δημόσιος δρόμος. Συνεπώς, δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε βάσιμο παράπονο εναντίον της αρμόδιας Αρχής για παράνομη επέμβαση. Εξάλλου, το τμήμα που συμφώνησε ο προκάτοχος του να παραχωρήσει στην ουσία δεν του ανήκει.
Το Δικαστήριο επί του προκειμένου παρέπεμψε σε απόφαση της Δικαστού κας Τ. Καρακάννα, με την οποία συμφώνησε, όπου είχε κρίνει ότι ο ενάγοντας εκμεταλλεύθηκε τις πρόνοιες της άδειας. Προχώρησε και ανήγειρε όλες τις οικοδομές που προβλέπονταν σε αυτή, όμως παρέλειψε να συμμορφωθεί με τον όρο της άδειας που τον υποχρέωνε να παραχωρήσει τμήμα του κτήματος στο δημόσιο. Ο ενάγοντας είχε τρεις επιλογές, είτε να μην υλοποιήσει την άδεια, είτε να προσφύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο και να προσβάλει τη νομιμότητα του συγκεκριμένου όρου για την παραχώρηση, ή να υλοποιήσει την άδεια. Ο ενάγοντας επέλεξε να υλοποιήσει την άδεια και ως εκ τούτου κωλυόταν να διεκδικεί αποζημιώσεις και διάταγμα για άρση της «παράνομης επέμβασης». Η παραχώρηση στο δημόσιο μέρους του κτήματος αποτελεί μέρος της άδειας. Δεν είχε δικαίωμα να επιλέξει το μέρος της άδειας που τον συμφέρει, να απορρίψει αυτό που του επιβάλλει κάποια υποχρέωση και στη συνέχεια να ζητά από το Δικαστήριο διάφορες θεραπείες βασιζόμενος στην παράλειψη αυτή. Αυτό θα ήταν ενάντια στη βασική αρχή δικαίου ότι ουδείς μπορεί να εκμεταλλευτεί τη δική του παράλειψη.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα.