Συγκλονίζουν για μια ακόμα φορά τα όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας, με τη μητέρα στην Ελλάδα που κατηγορείται ότι σκότωσε τα ίδια της τα παιδιά και προφανώς για τη συγκεκριμένη τραγική υπόθεση τελικός κριτής είναι η ελληνική δικαιοσύνη, η οποία θα αποφανθεί πέραν πάσης αμφιβολίας αν ένα τέτοιο αποτρόπαιο γεγονός έλαβε χώρα ή όχι.
Στο μεταξύ, θα πρέπει όλοι μας να έχουμε κατά νου ότι βασικότατη αρχή του δικαίου είναι το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο θα πρέπει να διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού.
Σε κάθε περίπτωση, ο συγκλονισμός της κοινωνίας έγκειται στο ότι ένα τέτοιο έγκλημα, εάν και εφόσον αποδειχθεί, ανατρέπει κάθε ανθρώπινη νόρμα και λογική που γνωρίζει κάθε άνθρωπος, ότι η μητέρα είναι ο υπέρτατος προστάτης και ότι η μητέρα όχι μόνο δεν θα έκανε κακό στα παιδιά της αλλά θα δεχόταν ακόμη και να θυσιαστεί η ίδια για αυτά.
Οι νόρμες αυτές δεν ισχύουν πάντα δυστυχώς στον πραγματικό κόσμο και είναι πολλές οι περιπτώσεις παγκοσμίως που αυτό αναδείχθηκε και αυτό οφείλεται σε πάρα πολλούς παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν την ψυχοσύνθεση των ίδιων των γονέων και κυρίως τη μητέρα, η οποία φέρει και το κυριολεκτικό βάρος της εγκυμοσύνης και της γέννας.
Είναι για αυτό τον λόγο που καθήκον και υποχρέωση κάθε συντεταγμένης πολιτείας είναι η δημιουργία και λειτουργία κατάλληλων κοινωνικών δομών και υπηρεσιών, οι οποίες να μπορούν να επισημαίνουν πρωτίστως μια συμπεριφορά η οποία ξεφεύγει από τα πλαίσια της, ας την ορίσουμε για χάρη απλότητας, «φυσιολογικής» συμπεριφοράς και να παρεμβαίνουν έγκαιρα, ώστε να μπορούν να την αντιμετωπίσουν στη ρίζα της και να μην μπορέσει να γιγαντωθεί, με αποτέλεσμα ένα τέτοιο άτομο να καταστεί επικίνδυνο για τον ίδιο του τον εαυτό και για τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του.
Αναλογιστείτε μόνο τα τελευταία χρόνια τι βιώσαμε ως κοινωνία, έναν άνθρωπο της διπλανής πόρτας, ο οποίος αποδείχθηκε κατά συρροή δολοφόνος, που σκότωνε γυναίκες και τα παιδιά τους και συνέχιζε τη ζωή του ως αξιωματικός της Εθνικής Φρουράς, έχοντας υπό τις διαταγές του 18χρονα παιδιά και άλλους ενήλικες και συμμετείχε σε φωτογραφικούς ομίλους και κοινωνικά γκαλά.
Το λεγόμενο διπλό φονικό στον Στρόβολο, η σφαγή ενός ζευγαριού από ανθρώπους με κυριολεκτικά λιωμένο εγκέφαλο υπό την επήρεια ναρκωτικών, πωρωμένων από την ηθική κατάπτωση, με μόνο τους κίνητρο το χρήμα.
Η περίπτωση του προφανώς εκτός οιασδήποτε ηθικής και συναισθηματικής ισορροπίας ανθρώπου, επίσης γεμάτου ουσίες, που κυριολεκτικά κυνήγησε εν τω μέσω ενός πολυσύχναστου δρόμου και κατέσφαξε με μαχαίρι εν ψυχρώ δύο αδέλφια και τον αρραβωνιαστικό της αδελφής τους, διαλύοντας οικογένειες.
Κορίτσια, παιδιά 14 χρονών, να ανευρίσκονται λιπόθυμα στη μέση του δρόμου στο έλεος του Θεού υπό την επήρεια ναρκωτικών και τόσα άλλα που απλά δεν βλέπουν το φως της δημοσιότητας, που, όμως, εν τω σκοτάδι, υπό την επήρεια συνήθως ουσιών ή ψυχολογικών καταπτώσεων, εκκολάπτουν τον επόμενο δολοφόνο ή αυτόχειρα.
Περιπτώσεις που γονείς με προφανή ψυχολογικά προβλήματα αποξενώνουν τον άλλο γονέα, διαλύοντας το ίδιο τους το παιδί, το οποίο με τη σειρά του θα γίνει ίσως και αυτό ένας προβληματικός ενήλικας, επαληθεύοντας τη ρήση «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα»
Η τραγική αυτοκτονία του μικρού Στυλιανού, από την Αγία Βαρβάρα, που στην έκθεση καταπέλτη της Επιτρόπου Διοικήσεως αναδεικνύεται σε όλη του τη γύμνια το κενό στις Υπηρεσίες Κοινωνικές Ευημερίας!
Δυστυχώς, φαίνεται ότι τα φαινόμενα αυτά στην κυπριακή κοινωνία είναι εκτεταμένα και μπορούμε να πούμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια εν γένει άρρωστη κοινωνία και είναι εδώ που υποχρεούται το κράτος να παρέμβει θετικά και να κάνει αυτό που απαιτείται για να προστατεύσει την κοινωνία.
Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας κατά τη γνώμη μου είναι ένα από τα σημαντικότερα τμήματα, με μια κρισιμότατη αποστολή, που έχει να κάνει με όλα τα φαινόμενα που περιέγραψα πιο πάνω και με άλλα τόσα, όπως αυτά καθορίζονται στην κείμενη νομοθεσία.
Κι όμως, αυτό το ζωτικό Τμήμα, που θα έπρεπε να είναι στελεχωμένο επαρκώς, με μόνιμο και εξειδικευμένο προσωπικό, ώστε να αντιμετωπίζει τις ολοένα και αυξημένες ανάγκες της κοινωνίας, τις οποίες βιώνουμε καθημερινά, είναι όχι απλά υποστελεχωμένο, αλλά αποδεκατισμένο και πολλές φορές λόγω του φόρτου εργασίας οι λειτουργοί δεν μπορούν να ανταποκριθούν επαρκώς στα καθήκοντα τους, παρά τις πολύ καλές τους προθέσεις, κάτι που γνωρίζω καλά ως δικηγόρος.
Μια απόφαση του Ανωτάτου
Το τραγικό αυτό γεγονός αποτυπώθηκε σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο σε μια πολύ καλή και κατατοπιστική απόφασή του στις 14/1/2020 απέρριψε απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, το οποίο κατέληξε στην απόφαση του πρωτόδικα, βασιζόμενο πάνω σε Έκθεση Λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας, την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε αναιτιολόγητη και ως εκ τούτου ανεπαρκή, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην υπήρχε το κατάλληλο υπόβαθρο για να βασιστεί πάνω της!
Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε ως μη ασφαλή βάση για την κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου τις εκθέσεις της λειτουργού του γραφείου ευημερίας αναφέροντας ότι:
“Η εισήγηση της λειτουργού για επανέναρξη της επικοινωνίας του εφεσιβλήτου με τις ανήλικες βασίζεται πάνω στις διαπιστώσεις τις οποίες είχε κάνει. Δεν θεωρούμε ότι οι διαπιστώσεις αυτές αιτιολογούνται επαρκώς, στην έκθεση, πέραν των όσων έχουμε αναφέρει πιο πάνω, και συνεπώς δεν μπορούσε να παρέχει ικανοποιητική βοήθεια στο δικαστήριο.
Το δικαστήριο, για σκοπούς απόφασης, υιοθέτησε την έκθεση και τις εισηγήσεις που έγιναν σ’ αυτή. Έχοντας καταλήξει ότι η έκθεση δεν παρείχε τα απαραίτητα στοιχεία για να βοηθήσει το δικαστήριο, θεωρούμε ότι ο λόγος έφεσης επιτυγχάνει”.
Στην πρωτόδικη απόφαση αναφέρεται ότι η κατάληξη του δικαστηρίου για «επανέναρξη της επικοινωνίας πατέρα – παιδιών ταυτίζεται και με την εισήγηση των Λειτουργών Ευημερίας όπως δόθηκε στην έκθεση».
“Έχουμε ήδη, όπως σημειώθηκε, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η έκθεση δεν ήταν επαρκής και ούτε μπορούσε να παρέχει ικανοποιητική βοήθεια στο δικαστήριο επί του προκειμένου. Το δικαστήριο, ενώ έκρινε ότι οι ανήλικες ήταν έξυπνες και είχαν την απαιτούμενη, για την ηλικία τους, ωριμότητα, θεώρησε ότι είχαν εμπλακεί στην αντιπαράθεση των γονιών τους, ταυτιζόμενες με τη θέση της μητέρας τους. Το εν λόγω συμπέρασμα εδράζεται, όπως αναφέρει το δικαστήριο, στην παράλειψη των ανηλίκων ν’ αναφερθούν σε πρόσφατα γεγονότα. Έχουμε ήδη αναφερθεί επί του θέματος πιο πάνω. Είμαστε της γνώμης ότι το δικαστήριο δεν μπορούσε μέσα από τη συνέντευξη, όπως αυτή διαφαίνεται από τα πρακτικά, να καταλήξει σε συμπέρασμα επηρεασμού και ταύτισης με τη μητέρα ή ακόμη σε συμπέρασμα περί ανικανότητας αντίληψης του συμφέροντος τους».
* Advocates-Legal Consultants