Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δημιούργησε συνθήκες έντασης οι οποίες είναι πρωτόγνωρες μετά τη λήξη του ψυχρού πολέμου. Πέραν από το γεγονός ότι συνιστά μια κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, έχει ουσιαστικά αλλάξει τους όρους πραγμάτευσης των διεθνών σχέσεων. Ο προηγούμενος διακριτικός ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ περνά σε δεύτερο επίπεδο και στρατιωτικοποιείται. Ως αποτέλεσμα της στρατιωτικοποίησης, τα στρατόπεδα συσπειρώνονται καθώς η ανάγκη αποτελεσματικής άμυνας περνά σε πρώτη προτεραιότητα. Ταυτόχρονα, η ήρεμη και σταδιακή παγκοσμιοποίηση, που ήταν ο κανόνας στις διεθνείς εμπορικές, τραπεζικές, τεχνολογικές σχέσεις, φτάνει σε ένα τέλος καθώς οι υπερδυνάμεις, και ιδίως η Ρωσία, αντιλαμβάνονται το ρίσκο της συμμετοχής σε θεσμούς ελεγχόμενους από την έτερη υπερδύναμη.

Αυτό βεβαίως δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστες Ελλάδα και Κύπρο. Ήδη ο βασικός γεωπολιτικός αντίπαλος, η Τουρκία, επιχειρεί να αυξήσει το ειδικό της βάρος και να διαδραματίσει ρόλο στη ρωσοουκρανική σύγκρουση. Ζήτησε άτσαλα και βεβιασμένα από τις ΗΠΑ την άρση του αποκλεισμού της από το πρόγραμμα των μαχητικών F35, αλλά παρά την απόρριψη του αιτήματος, σαφώς διαγράφεται στο ορίζοντα κάποιου είδους αποκατάσταση της στο δυτικό στρατόπεδο. Αυτό από μόνο του έπρεπε να ηχήσει καμπανάκια σε Αθήνα και Λευκωσία. 

Ποια θέματα όμως εγείρονται πιο συγκεκριμένα για Ελλάδα και Κύπρο;

Κατ’ αρχάς σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ελλάδα και Κύπρος οφείλουν να ταχθούν στο επανεμφανιζόμενο προβληματισμό για ανάπτυξη αυτόνομης ευρωπαϊκής στρατιωτικής ισχύος. Η ΕΕ αντιλαμβάνεται πλέον ότι υπό το φως της στρατιωτικοποίησης των διεθνών σχέσεων δεν υπάρχει διεθνής επιρροή χωρίς ανάλογη στρατιωτική ισχύ. Ελλάδα και Κύπρος έχουν κάθε λόγο να ενισχύσουν αυτή την τάση. Για διάφορους λόγους: Πρώτον, ανήκουν και οι δύο στην Ευρώπη και ο βασικός αντίπαλος (Τουρκία) είναι εκτός. Αυτό παρέχει τη δυνατότητα άντλησης μεγαλύτερης στήριξης, παρά από το ΝΑΤΟ στο οποίο συμμετέχει και η Τουρκία. Εξάλλου οι προτιμήσεις του ΝΑΤΟ διαφάνηκαν και στο παρελθόν όταν κατά καιρούς επέδειξαν ευνοϊκή ουδετερότητα στις τουρκικές διεκδικήσεις. Δεύτερον, η Κύπρος είναι εκτός ΝΑΤΟ και δεν υπάρχει περίπτωση ένταξης της στον οργανισμό, εφόσον η Τουρκία ούτως ή άλλως φέρει ένσταση. Τρίτον, με την ανάπτυξη αυτόνομης στρατιωτικής ισχύος και τη συνακόλουθη ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας αναδύεται η εξής προοπτική: σύντομα τα σύνορα Ελλάδος, Κύπρου οι οποίες είναι περιφερειακές χώρες της Ευρώπης, θα αποκτήσουν τον χαρακτήρα πραγματικών και προστατεύσιμων ευρωπαϊκών συνόρων.

Κατά δεύτερον, η κρίση στην Ουκρανία γεννά μια ευκαιρία ανατοποθέτησης του κυπριακού. Διαδοχικές ελλαδικές και κυπριακές κυβερνήσεις ανέχθηκαν τη μετατροπή του σε δικοινοτικό πρόβλημα. Εξού και η δομή των κατά καιρούς διαπραγματεύσεων αλλά και της ανόσιας συζήτησης Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Οι δύο κυβερνήσεις έχουν την ευκαιρία αλλά και την υποχρέωση να αναδείξουν τη φυσιογνωμία του κυπριακού ως προβλήματος εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής. Δεν νοείται η Δύση να επικαλείται ηθική υπεροχή και να θέτει τόσο επιτακτικά το ζήτημα της παραβίασης του διεθνούς δικαίου στην περίπτωση της Ουκρανίας και να αγνοεί την Κύπρο. Για χάρη στοιχειώδους συνέπειας πρέπει να υποχρεωθεί να ανεχθεί, έστω λεκτική διαφοροποίηση των αναφορών στη φυσιογνωμία του κυπριακού. Ό,τι εξασφαλίσουμε θα μας ωφελήσει διαπραγματευτικά και πολιτικά.

Ως τρίτο σημείο εγείρεται το θέμα της τοποθέτησης Ελλάδας και Κύπρου στην εξελισσόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία αλλά και στην ευρύτερη σύγκρουση ΗΠΑ – Ρωσίας. Ελλάδα και Κύπρος σίγουρα δεν βρίσκονται στην ίδια θέση, μια και η Ελλάδα είναι μέλος της δυτικής συμμαχίας. Εντούτοις η πείρα υποχρεώνει στην άσκηση σύνεσης. Οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να σταματήσουν τις προσπάθειες επανένταξης της Τουρκίας στο δυτικό στρατόπεδο. Συναφώς θα υπάρξει προσπάθεια να δοθούν στην Τουρκία κάποια ανταλλάγματα. Δεν είναι τυχαία η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν η οποία διακριτικά επανέφερε την ανάγκη η Ελλάδα να προβεί σε υποχωρήσεις έναντι της γείτονος προκειμένου να υπάρξει ειρήνευση στην νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Κατά τον ίδιο τρόπο επανέρχονται στη Λευκωσία τα ΜΟΕ με πιέσεις προς τη Λευκωσία για περαιτέρω υποχωρήσεις στο θέμα του αεροδρομίου της Τύμπου. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, Ελλάδα και Κύπρος έχουν κάθε λόγο να πολιτευτούν προσεκτικά έναντι και των δύο υπερδυνάμεων, ΗΠΑ και Ρωσίας, χωρίς αποκλειστικότητες και χωρίς μονομερείς προσφορές που έτσι και αλλιώς δεν ανταποδίδονται. Λόγου χάρη η αποστολή στρατιωτικού υλικού στην Ουκρανία από πλευράς Ελλάδος ήταν σίγουρα υπερβολική.

Ως τέταρτο σημείο, επιστέγασμα των ανωτέρω, αναδεικνύεται η ανάγκη εμβάθυνσης της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδος – Κύπρου. Το χάος ευνοεί άναρχες αντιδράσεις και δεν αποκλείεται η Τουρκία να μπει στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει τη δική της στρατιωτική ισχύ στην περιοχή μας. Εμβάθυνση συνεργασίας δεν σημαίνει λεκτική αναφορά στο δόγμα του ενιαίου αμυντικού χώρου, αλλά στην ανάπτυξης κοινής άμυνας και κοινού σχεδιασμού για την αποτροπή οποιουδήποτε ενδεχομένου.

Ως τελευταίο σημείο αναδεικνύεται η μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση του τέλους της παγκοσμιοποίησης. Οι νέες αμυντικές πιέσεις αλλά και η πίεση που δέχονται η διατροφική και ενεργειακή εφοδιαστική αλυσίδα υποχρεώνουν σε μια σφαιρική διαχείριση όλων των διαθεσίμων εθνικών πόρων. Αυτό στην Κύπρο γεννά την ανάγκη δημιουργίας ενός Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας το οποίο να χαράξει μακροπρόθεσμη πολιτική στη διαχείριση του συνόλου του εθνικού πλούτου και των ευκαιριών που διατίθενται.

Ειδικότερα στα θέματα ενέργειας και διατροφής πρέπει να γίνουν τα ακόλουθα: Η Κύπρος πρέπει να ασκήσει πίεση προς την αδειούχα εταιρεία Σεβρόν για τάχιστη αξιοποίηση των κοιτασμάτων στο οικόπεδο Αφροδίτη. Δεν νοείται χώρες της περιοχής, όπως το Ισραήλ, ήδη να αξιοποιούν προς όφελος της οικονομίας τους το φυσικό τους αέριο και εμείς να παρακολουθούμε άπραγοι. Συναφώς θα πρέπει να αξιοποιηθούν τάχιστα τα φυσικά χαρακτηριστικά της Κύπρου για ανάπτυξη ενεργειακής αυτονομίας μέσω των ΑΠΕ.

Ως προς τον επισιτισμό θα πρέπει τάχιστα να εκπονηθούν σχέδια για ανάπτυξη διατροφικής αυτάρκειας. Η προσοχή πρέπει να στραφεί και πάλι στη γεωργία η οποία μπορεί να παράγει λύσεις που να μας απεξαρτήσουν ή τουλάχιστον να μειώσουν τους κλυδωνισμούς από τη διαταραχή των διατροφικών εφοδιαστικών αλυσίδων ανά το παγκόσμιο.

Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η αλλαγή των γεωπολιτικών δεδομένων είναι εδώ για να μείνει. Οφείλουμε να ενεργήσουμε για να προστατεύσουμε εύλογα συμφέροντα.    

* Υποψήφιος Πρόεδρος Κυπριακής Δημοκρατίας