Βασικός στόχος της ΕΕ, διαχρονικά, ήταν η καταπολέμηση της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης και της προσπάθειας μείωσης ρύπων που επιδεινώνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και της υπερθέρμανσης του πλανήτη, που συντείνουν στην κλιματική αλλαγή.
Πρώτη στοχευμένη εφαρμογή της πολιτικής αυτής ήταν το 2003, με την ψήφιση της οδηγίας 2003/87/ΕΚ σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και, ακόμη πιο στοχευμένα, φιλικά προς το περιβάλλον, το 2009 με την ψήφιση της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Το 2018 η ΕΕ επέβαλε έτι περαιτέρω την υποχρεωτική περιβαλλοντική ευσυνειδησία στα κράτη μέλη της, ψηφίζοντας ακόμη μια, πιο αυστηρή, οδηγία, την Οδηγία 2001/18, που έχει ως στόχο την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως είναι η ηλιακή ενέργεια και αποτελεί έναν από τους στόχους της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ και της δέσμης μέτρων που απαιτούνται για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και τη συμμόρφωση με τη συμφωνία του Παρισιού του 2015 για την αλλαγή του κλίματος και το πλαίσιο πολιτικής της ΕΕ για το κλίμα και την ενέργεια (2020 έως 2030).
Παρόλα αυτά και παρά τις σαφέστατες υποχρεώσεις μας, στη σελίδα της ΑΗΚ διαβάζουμε ότι «η Κύπρος δεν διαθέτει πρωτογενείς πηγές ενέργειας, γι’ αυτό η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ) βασίζεται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αποκλειστικά σε εισαγόμενα καύσιμα, κυρίως μαζούτ».
Η Κύπρος και συνακόλουθα οι υπεύθυνοι οργανισμοί συμμόρφωσης, ΑΗΚ και ΡΑΕΚ, δεν έχουν απολύτως καμιά βάσιμη δικαιολογία για αυτές τις κατ’ εξακολούθηση παραβιάσεις του ευρωπαϊκού δικαίου, καθότι στο νησί μας υπάρχουν σε τεράστιο βαθμό όλες οι προϋποθέσεις που καθιστούν απολύτως εφικτή την συμμόρφωση μας για χρήση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.
Σύμφωνα με περιβαλλοντικές μελέτες που αφορούσαν τη χρήση φωτοβολταϊκών για σώρευση ηλιακής ενέργειας, όλες οι περιοχές της Κύπρου έχουν μεγάλη διάρκεια ηλιοφάνειας.
Στις πεδινές περιοχές, ο μέσος αριθμός ωρών ηλιοφάνειας για ολόκληρο το χρόνο είναι 75% των ωρών που ο ήλιος είναι πάνω από τον ορίζοντα. Σ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, η ηλιοφάνεια είναι κατά μέσο όρο 11.5 ώρες την ημέρα, ενώ στους μήνες Δεκέμβρη και Γενάρη, που έχουν την πιο μεγάλη νέφωση, η διάρκεια της ηλιοφάνειας ελαττώνεται μόνο στις 5,6 και 5,9 ώρες την ημέρα αντίστοιχα. Ακόμα και στις πιο ψηλές περιοχές του Τροόδους, στους χειμερινούς μήνες, με πολύ μεγάλη νέφωση, η μέση ηλιοφάνεια είναι περίπου 4 ώρες την ημέρα και στους μήνες Ιούνη και Ιούλη η τιμή αυτή φτάνει στις 11 ώρες.
Το επαχθές κόστος των ρύπων
Εκτός όμως της τεράστιας περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, η πολιτική της ΑΗΚ στοιχίζει πάρα πολλά εκατομμύρια στους φορολογούμενους πολίτες, αφού εκτός από το ότι οι δαπάνες καυσίμων και αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας ανήλθαν το 2020 στα €664,3, όπως αναφέρεται στον προϋπολογισμό της ΑΗΚ για το 2020, το πρόστιμο που πληρώνουμε οι πολίτες για τους ρύπους υπολογίζεται για το 2020 στα €85,6 εκ., έναντι €38,9 εκ. το 2019 και €37,8 εκ το 2018.
Ήδη από το καλοκαίρι του 2020 ήταν γνωστή ΚΑΙ αυτή η αύξηση και αυτό καταγράφηκε λεπτομερώς σε άρθρο του «Φιλελεύθερου» στις 2/7/2020, με τίτλο «Οι ρύποι έφεραν φωτιά στο ρεύμα», όπου διαβάζουμε: «Συνεχίζεται το πρόσθετο κόστος στα τιμολόγια του ρεύματος από το 2021, αφού η ΑΗΚ θα εξακολουθήσει να πληρώνει σημαντικό κόστος για τις εκπομπές ρύπων (πέραν των €80 εκατ. ετησίως). Ήδη, από αυτή τη χρονιά τα τιμολόγια ρεύματος επιβαρύνονται και με το κόστος της αγοράς ρύπων, που εκτιμάται στα €80 εκατ. ετησίως. Το πρόσθετο βαρίδι στην ΑΗΚ επιφέρει η νέα τροποποίηση της ευρωπαϊκής οδηγίας για Θέσπιση Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Αερίων του Θερμοκηπίου».
Επιπροσθέτως, σύμφωνα επίσης με άρθρο του «Φιλελεύθερου» 2/6/21, φαίνεται ότι οι πολίτες πληρώνουν πολύ ακριβά την κακοδιαχείριση και κακοδιοίκηση της ΑΗΚ, αφού όπως διαβάζουμε: «Η ΑΗΚ θέλει να μας φορτώσει 11 εκατομμύρια ευρώ. Το διοικητικό συμβούλιο της ΑΗΚ ασκεί πίεση στην υπουργό Ενέργειας, Νατάσα Πηλείδου, ώστε ποσό 11 εκατομμυρίων ευρώ να μετακυλιστεί στους καταναλωτές ρεύματος, παρ’ ότι η ΡΑΕΚ είχε αποφασίσει από το 2019 να το καταβάλει η ίδια η ΑΗΚ, από τα ταμειακά της διαθέσιμα, επειδή είχε καθυστερήσει με ευθύνη της την αποκατάσταση της μονάδας 3 στο Βασιλικό, μετά την καταστροφή σημαντικού μέρους της από πυρκαγιά».
Σε δηλώσεις της στο ΚΥΠΕ, στις 14/2/2022, η πρόεδρος της ΑΗΚ, Δέσποινα Παναγιώτου Θεοδοσίου, δήλωσε ότι: «Η αγορά δικαιωμάτων θερμοκηπιακών ρύπων αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο του κόστους παραγωγής της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ). Παράλληλα, ενημερώνοντας την Kοινοβουλευτική Eπιτροπή Οικονομικών για τον προϋπολογισμό της Αρχής για το 2022, η κ. Παναγιώτου ανάδειξε τη συνεχόμενη αύξηση στο κόστος αγοράς δικαιωμάτων ρύπων, λέγοντας χαρακτηριστικά πως προϋπολογιζόμενη τιμή για το 2022, κατά τον χρόνο ετοιμασίας του προϋπολογισμού, ήταν €62 τον τόνο, στις 2 Φεβρουαρίου ανέβηκε στα €88, ενώ σήμερα είναι στα €94 τον τόνο.
«Οπότε, υπάρχει ήδη μεγάλη αύξηση», είπε, προσθέτοντας πως οι αναμενόμενες εκπομπές θερμοκηπιακών ρύπων για το 2022 είναι 2,96 εκατ. τόνοι, σε σύγκριση με 2,91 εκατ. τόνους το 2021. Με τα σημερινά δεδομένα η συνεισφορά της αγοράς των δικαιωμάτων στο κόστος του παραγωγής είναι στο 25%», πρόσθεσε η κ. Θεοδοσίου.
Τι μπορεί να πράξει επιτέλους ο πολίτης για να προστατευτεί από όλους αυτούς που διορίζονται από κομματικές λίστες και αποφασίζουν εις βάρος του περιβάλλοντος και του πολίτη, τον οποίο φορτώνουν με δυσβάστακτες οικονομικές επιβαρύνσεις, παραβιάζοντας ασύστολα το κοινοτικό δίκαιο;
Τη λύση την έχει δώσει προ πολλού το ίδιο το ΔΕΚ, κατοχυρώνοντας το δικαίωμα δικαστικής προστασίας με αγώγιμο δικαίωμα αποζημιώσεων για παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
Το μακρινό 1991 το (τότε) Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για πρώτη φορά διατύπωσε ευθέως περί της άμεσης ευθύνης των κρατών μελών, σε περιπτώσεις που καταλογίζεται σε αυτά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, διαπλάθοντας νομολογιακά τη θεμελίωση δικαιωμάτων και αξίωσης αποζημίωσης των ιδιωτών που υπέστησαν ζημιά συνεπεία της διαπραχθείσας παράβασης, στην περίφημη απόφαση Francovich της 19/11/1991.
Το ΔΕΚ αποφάνθηκε ότι «το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει την αρχή, κατά την οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποκαθιστούν τις ζημιές που προκαλούνται στους ιδιώτες από τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου που τους καταλογίζονται».
Το ΔΕΚ επέκτεινε έτι περαιτέρω το εύρος της αρχής αυτής το 2003, στην κορυφαία απόφαση Kobler, 30/9/2003, και στο ερώτημα αν αυτή η αρχή ισχύει ακόμη και όταν ένα Ανώτατο Δικαστήριο κράτους μέλους παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, απάντησε «ναι», υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις φυσικά!
* Advocates-Legal Consultants