H σύγκρουση μεταξύ δυο σημαντικών εμπορικών μας εταίρων, αλλά και παγκόσμιους παραγωγούς πρώτων υλών, θα πρέπει να αναμένεται να έχει επιπτώσεις τόσο παγκόσμια αλλά και για εμάς. Πόσο μάλλον όταν επιβάλλονται κυρώσεις και πιθανόν αντίποινα εκ μέρους της Ρωσίας προς την ΕΕ.
Η Ρωσία είναι μια πολύ σημαντική χώρα-παραγωγός ενέργειας. Κυρίως πετρελαίου και φυσικού αερίου. Από την άλλη, η Ουκρανία είναι η δίοδος του Ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Ως αποτέλεσμα, τα γεγονότα στην ανατολική Ουκρανία (ακόμη και πριν την εισβολή) είχαν εκτοξεύσει τις τιμές ενέργειας όλο το προηγούμενο διάστημα.
Επίσης, η αβεβαιότητα που πάντοτε επιφέρει μια πολεμική σύρραξη, αλλά και μια τόσο κοντά στις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενδεχομένως να αποθαρρύνει διεθνώς επενδυτές και καταναλωτές. Πόσο μάλλον όταν οι παγκόσμιες κεντρικές τράπεζες είχαν ήδη δρομολογήσει τη διαδικασία αύξησης των επιτοκίων τους. Κάτι που τώρα ενδεχομένως να αντιλαμβάνονται ότι ίσως θα πρέπει να αναθεωρηθεί. Προσθέτοντας στο μείγμα της αβεβαιότητας. Πλήττοντας αναπτυξιακές πρωτοβουλίες.
Δεν μπορεί να χωρεί αμφιβολία ότι η σύρραξη αυτή στο κατώφλι της Ευρώπης, θα καθυστερήσει την επιστροφή στην κανονικότητα δυο χρόνια μετά την έκρηξη της πανδημίας. Ιδιαίτερα, τη στιγμή που οι καταναλωτές προσπαθούν ακόμη να αντιμετωπίσουν τις σχεδόν αστραπιαίες αυξήσεις των τιμών βασικών αγαθών και υπηρεσιών, ενώ οι επιχειρήσεις συνεχίζουν ακόμη να λειτουργούν μέσα από τεράστια προβλήματα που ακόμη ενυπάρχουν στην τροφοδοτική αλυσίδα.
Το άμεσο και σημαντικότερο αποτέλεσμα παραμένει φυσικά συνδεδεμένο με την ενέργεια. Η Ρωσία παράγει περίπου 10 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, δηλαδή το περίπου 10% της παγκόσμιας ζήτησης, ενώ είναι o μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Και παρότι κάποιος μπορεί να μην έχει άμεση ανάγκη το Ρωσικό φυσικό αέριο, οι αγορές ενέργειας είναι συνδεδεμένες. Οι αυξήσεις στην Ευρώπη οδηγούν άμεσα σε αυξήσεις παγκοσμίως.
Πέραν από την ενέργεια, επηρεάζονται άμεσα σημαντικές πρώτες ύλες για την παγκόσμια οικονομία. Η Ουκρανία είναι μια πολύ σημαντική παραγωγός-χώρα στο ουράνιο, τιτάνιο, σίδηρο, ατσάλι και αμμωνία. Ενώ μαζί με τη Ρωσία, συναποτελούν το 30% της παγκόσμιας εξαγωγής σιτηρών και το 15% των παγκόσμιων εξαγωγών καλαμποκιού. Επίσης η Ουκρανία είναι σημαντική και στην παραγωγή φυτικού ελαίου που χρησιμοποιείται στις συσκευασίες τροφίμων.
Άρα θα πρέπει να αναμένονται περαιτέρω πληθωριστικές πιέσεις στις τιμές των τροφίμων. Ιδιαίτερα εάν οι νέες κυρώσεις τελικά αφορούν καθολικά στις εξαγωγές από τη Ρωσία, έμμεσα ή άμεσα (δηλαδή μέσα από τον περαιτέρω περιορισμό συναλλαγών) αυτό θα μειώσει την προσφορά στην παγκόσμια αγορά τροφίμων, γεγονός που θα πιέσει σημαντικά τις τιμές προς τα πάνω.
Έκδηλα η πατρίδα μας δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη σε αυτό το πλαίσιο. Τόσο ως κράτος-μέλος της ΕΕ όσο και απευθείας μέσα από τις σημαντικές διμερείς εμπορικές σχέσεις με τις δύο εμπλεκόμενες χώρες, αλλά και ως μέρος της παγκόσμιας οικονομίας.
Ο περασμένος χρόνος κατέγραψε δραματικές αυξήσεις σε όλα τα βασικά αγαθά στην Κύπρο. Κυρίως ως αποτέλεσμα του αυξημένου ενεργειακού κόστους, αλλά και των προβλημάτων στην παγκόσμια τροφοδοτική αλυσίδα. Οι αναμενόμενες πληθωριστικές πιέσεις εξ’ αιτίας της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία πρέπει να αναμένεται να οδηγήσουν, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, σε περαιτέρω αυξήσεις στις τιμές των βασικών αγαθών και καυσίμων και εδώ. Με άμεσο αντίκτυπο στην ανάπτυξη.
Όσον αφορά στον Τουρισμό, η Ρωσία ήταν τον περασμένο χρόνο η δεύτερη χώρα προέλευσης τουριστών για την Κύπρο, ενώ η Ουκρανία ανήλθε δυναμικά σε ακόμη μια σημαντική αγορά για το τουριστικό μας προϊόν. Είναι άλλωστε χώρες στις οποίες το τελευταίο διάστημα είχαμε επικεντρωθεί στρατηγικά για ενίσχυση του τουριστικού μας ρεύματος. Αναλόγως λοιπόν της έκτασης και εύρους της σύρραξης, του περιεχομένου των όποιων μελλοντικών κυρώσεων από πλευράς ΕΕ αλλά και Ρωσίας σε θέματα μετακίνησης προσώπων ή συγκοινωνιών, αυτό θα μας επηρεάσει. Για παράδειγμα, ήδη το ΗΒ έχει απαγορεύσει στην κρατική ρωσική αεροπορική εταιρεία να προσγειώνεται σε βρετανικά αεροδρόμια.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που αφορά ιδιαίτερα τη Ρωσία είναι ο σημαντικός όγκος στις άμεσες ξένες επενδύσεις στη Ρωσία μέσω Κύπρου και από Ρωσία μέσω Κύπρου διεθνώς. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η Ρωσία παραμένει στην πρώτη θέση ως χώρα προέλευσης επενδύσεων προς και από την Κύπρο – ενδεχομένως ως μέσο πρόσβασης της Ρωσίας προς ευρωπαϊκές και τρίτες χώρες. Κάτι το οποίο υποστηρίζεται από μια σημαντική μερίδα του τομέα υπηρεσιών μας, συμπεριλαμβανομένων και των τραπεζών μας. Άρα, δεδομένων των πρόσφατων αλλά και αναλόγως των όποιων μελλοντικών κυρώσεων προς τη Ρωσία ή/και αντιποίνων της Ρωσίας, αυτός ο τομέας αναμένεται να επηρεαστεί σημαντικά.
Επίσης, στην πατρίδα μας δραστηριοποιούνται αριθμός σημαντικών χρηματοπιστωτικών κυρίως οργανισμών Ρωσικών αλλά και Ουκρανικών συμφερόντων. Σίγουρα, οι κυρώσεις που έχουν ήδη επιβληθεί αλλά και αυτές που πιθανόν να επιβληθούν στο μέλλον ή/και οι όποιοι σχετικοί περιορισμοί, θα έχουν ιδιαίτερη σημασία στον όποιο οργανισμό δραστηριοποιείται στις διεθνείς αγορές, αλλά και ευρύτερα συναλλάσσεται με το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Κάτι που έκδηλα στοχεύουν τα πρώτα μέτρα που έχουν ανακοινωθεί – αν και σταμάτησαν (προς το παρόν) λίγο πριν το αποκλεισμό τους από το παγκόσμιο σύστημα επικοινωνίας συναλλαγών swift.
Από την άλλη υφίσταται και η πιο αισιόδοξη προσέγγιση που βλέπει την Κύπρο ως το ασφαλές λιμάνι ξένων συμφερόντων από κράτη με τα οποία υφίστανται στενοί δεσμοί, όπως είναι η Ρωσία και η Ουκρανία, εν μέσω ανάλογων κρίσεων. Το είδαμε, άλλωστε και στο παρελθόν. Και άρα αναμένει κάποια μεσο-μακρο-πρόθεσμα οφέλη, ως βάση για οικονομική δραστηριοποίηση.
* Διδάκτορας Χρηματοοικονομικών του Πανεπιστημίου του Cambridge