Η εκπαίδευση και η παραγωγή αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία, αφού δεν μπορεί να υπάρξει ουσιώδης μετεξέλιξη στην εκπαίδευση, χωρίς να προηγηθεί κοινωνικός μετασχηματισμός. Αν η εκπαίδευση στην Κύπρο θεωρείται ως ο κύριος δίαυλος για την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων και για το ποιου είδους πολίτες διαμορφώνουν τα σχολεία, οι προοδευτικοί πολίτες οφείλουν να τα μετατρέψουν από κέντρα μετάδοσης στείρων γνώσεων, σε χώρους άσκησης κριτικής σκέψης και ανακάλυψης της αλήθειας, μέσα από αλληλοαναιρούμενες πηγές.

Οι βασικοί πυλώνες που καθόρισαν τη μορφή της κυπριακής εκπαίδευσης υπήρξαν τρείς: η στροφή προς την αρχαία γραμματεία (αρχαιοπληξία), ο διαχωρισμός των επαγγελμάτων σε χειρωνακτικά και πνευματικά, με υποβάθμιση των χειρωνακτικών και η αναντιστοιχία οικοδομήματος και εποικοδομήματος, με αποτέλεσμα η εκπαίδευση (σχολείο) από βασικός παράγοντας του εποικοδομήματος, να καταστεί δευτερεύων. Τοιουτοτρόπως, η εκπαίδευση παράγει δασκάλους, δικηγόρους, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους κλπ., με αποτέλεσμα την έφεση των νέων σε επαγγέλματα άσχετα με την παραγωγή και τις δυνατότητες απορρόφησής τους από την οικονομία.

Δεν ισχυριζόμαστε πως η εκπαίδευση πρέπει να λειτουργεί μόνο τεχνοκρατικά και σύμφωνα μονάχα με την παραγωγή, αλλά πρέπει να στοχεύει στην πολύπλευρη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους. Από την άλλη, όμως, δεν πρέπει να συνεχίσει να διδάσκεται το μάθημα της ιστορίας, για παράδειγμα, ως μια παράθεση γεγονότων πολεμολογίας και χωρίς διασύνδεση με το παρόν και τις πολιτικοκοινωνικές συνθήκες, γιατί τότε η ιστορία, το κατεξοχήν εργαλείο ερμηνείας του παρόντος, μετατρέπεται σε μάθηση όπου οι Έλληνες πάντα νικούν και δεν τους «σκιάζει φοβέρα καμιά»!…

Η ποιήτρια Βασίλκα Χατζήπαπα, με το αντιπολεμικό της ποίημα στο τριμηνιαίο πολιτιστικό περιοδικό, Νέα Εποχή, τεύχος 348, Άνοιξη 2021, ειρωνεύεται και σαρκάζει την επιφανειακή καλλιέργεια των ανθρώπων, τόσο από το εκπαιδευτικό σύστημα, όσο και από την παιδεία γενικότερα: «Κλειδώσαμε τις πόρτες / αμπαρώσαμε τα παράθυρα / ενεργοποιήσαμε το συναγερμό. / Δεν είχαμε προσέξει. / Στο κατώφλι μαυροφορεμένος, / περίμενε ο ΠΟΛΕΜΟΣ».

Απ’ όλα αυτά συνάγεται το συμπέρασμα ότι παραγωγή και εκπαίδευση αποτελούν αμφίδρομες έννοιες και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Αν επομένως «η αλλαγή των οικονομικοκοινωνικών σχέσεων είναι απαραίτητη για την αλλαγή στο περιεχόμενο και τις κατευθύνσεις της εκπαίδευσης, δεν σημαίνει πως η αλλαγή των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών δεν θα επέλθει και μέσω της αλλαγής της εκπαίδευσης», γράφει ο δοκιμιογράφος Αθανάσιος Κιτσάκης.

Ο τόπος έχει ανάγκη νέου προσανατολισμού της εκπαίδευσης και εναρμόνισής της με την παραγωγή ώστε, οι νέοι που θα αποφοιτούν από τα σχολεία να μην είναι προκατειλημμένοι έναντι των χειρωνακτικών επαγγελμάτων και επιπλέον οι νέοι να είναι εραστές της ειρήνης, της συγχώρεσης του αλλόγλωσσου και αλλόθρησκου, να γαλουχούνται επιπρόσθετα με ιδέες αντιρατσιστικές, αντιπολεμικές και να προετοιμάζονται ότι θα ζήσουν σε ένα ομοσπονδιακό πολίτευμα με ό,τι αρνητικό ή θετικό το νέο αυτό πολιτειακό σύστημα συνεπάγεται.

Εδώ έγκειται και η ουσία, κύριε υπουργέ της Παιδείας και όχι ο διαχωρισμός του σχολικού έτους και διδασκαλίας της ύλης σε δύο τετράμηνα. Η μεταρρύθμιση χρειάζεται πρωτίστως το είδος των παιδιών που έχει ανάγκη ο τόπος, για να συνεχίσει να υπάρχει και όχι το διαχωρισμό του σχολικού έτους σε δύο τετράμηνα. Τα τετράμηνα μπορούν να περιμένουν. Η επιβίωση, όμως, της Κύπρου, όχι! Ας αφήσουμε τα τετράμηνα να τα κουβεντιάσουμε με εκείνους που θα κάνουμε χωριό.

* Φιλόλογος, πρώην διευθυντής σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης