Μισό σχεδόν αιώνα ναυαγούμε στην τρικυμία του χάους. Έρμαια στα κύματα που μας χτυπούν στους σκοπέλους και τσακίζουν την ζωή μας, σε μια ατμόσφαιρα σκοτεινή που κυριαρχείται από την καταδρομή της διακοπής της παρουσίας  στην ιστορία. Χανόμαστε χωρίς να αναζητούμε ελπίδα σωτηρίας. Κλυδωνιζόμαστε σ’ έναν κυκεώνα καταστροφής που προμηνύουν οι πολιτικοί διαξιφισμοί για επίκαιρη κομματική επίπλευση. Βρισκόμαστε «επί ξηρού ακμής»,  από την ώρα που  μας ρούφηξε η δίνη της χουντικής προδοσίας του 1974. Χειμώνες δριμύτατους μας παρέσερνε ο χείμαρρος του αφανισμού και μέναμε αδρανείς, με την μεθυστική ψευδαίσθηση ότι στο τιμόνι του σαπιοκάραβου που μας κουβαλούσε βρίσκονταν  ευφυέστατοι (!) πολιτικοί, ενώ στην πράξη αποδεικνύονταν κενοί. Σαρανταέξι χρόνια ο Τούρκος παίζει μαζί μας το παιγνίδι της γάτας με το ποντίκι. Από το κακό στο χειρότερο η πορεία μας και προοπτική μας η άβυσσος. Δεν βρέθηκαν  οι πολιτικοί στη Λευκωσία ή στην Αθήνα που θα μας τραβούσαν από τον σίφουνα του χαμού. Τους χειροκροτούσαμε, τους ψηφίζαμε, ελπίζαμε, αλλά άνθρακες  οι θησαυροί. Και  οι διαβεβαιώσεις τους έπεα πτερόεντα. Κοροϊδίες. Κάθε λογικός άνθρωπος θα ανέμενε ότι οι τραγικές επαναλήψεις  ακατάλληλων επιλογών  και  ηγετών θα οδηγούσαν στον προβληματισμό μιας σωτηρίας. Πολιτικοί κρίσιμων ωρών  κινήθηκαν σαν πλάνητες αυταπάτης και επιρροών που τους βόλευαν. Μόνη εμπειρία, μόνη αλήθεια, ο καταποντισμός μας. Αν ήταν αίγαγροι θα κερατίζονταν με  ηχηρές συγκρούσεις των κεράτων τους. Αυτοί διαγκωνίζονταν λογοκοπώντας. Άλλοι μεν για να κερδίσουν την εξουσία, άλλοι δε για να την κρατήσουν κι οι λεπτομέρειες για να παραμείνουν κομπάρσοι στο κομματικό προσκήνιο. Και άφηναν παρακαταθήκες ολέθρου. Και οι πολίτες οι Τρώες του Καβάφη: «Είν’ οι προσπάθειές μας, των συμφοριαμένων σαν των Τρώων,   που «όταν η μεγάλη   κρίσις έλθει/ η τόλμη κι η απόφασή μας χάνονται/κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε/ ζητώντας να γλυτώσουμε με τη φυγή»…

Αν ο δίκαιος θυμός γινόταν γροθιά, θα χτυπούσαμε κι αν μας κατέβαλλε ο αριθμός των στιφών, τουλάχιστον θα είχαμε συνείδηση ήσυχη. Η ιστορία θα έγραφε πως γρονθοκοπήσαμε τον λεηλάτη,  μαχόμενοι για την τιμή μας. Αν επιμέναμε στην επιλογή ισχυρών συμμάχων, αποφασισμένων να σταθούν πλάϊ μας στην τουρκική απειλή και στον χλευασμό του Ερντογάν, θα είχαμε ερείσματα καταξίωσης. Αρνηθήκαμε ένταξη σε ισχυρή συμμαχία, όπως πρότειναν και ο Αϊζενχάουερ και ο Κρούτσεφ. Επιλέξαμε τους «Αδεσμεύτους» που   « ούτοι διαπτυχθέντες ώφθησαν κενοί» ( Αντιγόνη 709). 

Ο Βενιζέλος του 1919,  όταν οι Ιταλοί συνελήφθησαν στα σκοτεινά συνωμοτούντες με  τον Κεμάλ,  συμφώνησε την αγορά οπλισμού από τη Γαλλία και την κάθοδο Γάλλων εκπαιδευτών του στρατού. Χωρίς διπλωματικές ικεσίες διέταξε την επέμβαση στη Σμύρνη στις 2 Μαϊου 1919 και την ελληνική επικράτηση στην ενδοχώρα, πραγματοποιώντας το εθνικό όνειρο αιώνων. Αντίθετα, όταν εμείς  βρεθήκαμε ενώπιον της συμφωνίας Κληρίδη- Ντενκτάς για την Καρπασία, Αύγουστο του 1975, ο τότε πρόεδρος την έθαψε σιωπηρά. Και ο διάδοχός του στην προεδρία απέρριψε την εισήγηση αποδοχής των Βαρωσίων το 1978, αρνούμενος την πόλη, με κερδοσκοπικές υποβολές της καμαρίλας. Εξ άλλου, όταν οι Τούρκοι με τους προστάτες τους απειλούσαν με στρατιωτικές επιχειρήσεις,  ο Βενιζέλος είχε ήδη αναπτύξει προφυλακές. Επιστράτευσε τα κατάλοιπα της στρατιάς της Μικράς Ασίας υπό τον Πάγκαλο, απάντησε με αντιπόλεμο και «γαία πυρί μειχθήτω». Και ο εχθρός ανέκρουσε πρύμνην. Εμείς, ολημερίς υβριζόμενοι και γελοιοποιούμενοι, γινόμαστε αναξιόπιστοι. Και στο ίδιο σκεπτικό υποχώρησης, η κυβέρνηση των Αθηνών, όταν πιέζεται να αφοπλίσει τα νησιά του Αιγαίου, αντί να τα κάνει αστακό σιωπά. Δεν θυμάται τον Πλαστήρα: «Οι Εγγλέζοι έφαγαν τόσα χαστούκια από τους Τούρκους (στην Καλλίπολη). Ας φάνε κι ένα από τον Πλαστήρα»!  Η Αθήνα δεν αντιτείνει στην Τουρκία διάλυση της στρατιάς του Αιγαίου και κατίσχυση των αποφάσεων του ΟΗΕ. Και οι πολιτικοί μας, αντί αντιστάσεων πολεμικής προπαρασκευής, προς αντίκρουση του εχθρού, σαν αίγαγροι κερατίζονται διαγκωνιζόμενοι για την κατάληψη ή τη συντήρηση της εξουσίας και τα κομματικά υπόλοιπα για  θέσεις σκιών. 

Στην τετραετία του απελευθερωτικού αγώνα, η νεολαία ήταν η ηφαιστειώδης δύναμη που αντιμετώπιζε τον κατακτητή με πέτρες κι ανέβαινε στην αγχόνη ψάλλοντας ύμνους, προσελκύοντας τον θαυμασμό του κόσμου. (Φιντέλ Κάστρο στο Παρί Ματς). Άγγλοι πολιτικοί (Jeger, Mallalieu, Bevan). Οι βιομήχανοι του Λονδίνου φόβιζαν την κυβέρνησή τους ότι  θα πέσουν στις γραμμές των τραίνων αν δεν εύρισκε τρόπους άρσης της Παθητικής Αντίστασης (R.Crossman). Η αγγλική ομίχλη δεν έπνιγε τον θαυμασμό για τις θυσίες του Λαού μας. Ο αγώνας ενέπνεε μπαλάντες  Άγγλων ποιητών! Όταν ρώτησα τον Σιων Μακστήφεν, εκ των ηγετών  του Ιρλανδικού Απελευθερωτικού Στρατού,  ποιον ήρωα της παγκόσμιας ιστορίας θαυμάζει, μου απάντησε: Τον Αυξεντίου! Την ίδια απάντηση μου έδωσε στα περίχωρα του Δουβλίνου κι ο Σέημους Μέρφυ (1996). Τώρα ο κόσμος στέκεται αδιάφορος. Η πολιτική απονεύρωσε τη νεότητα. Έσβησε το φλεγόμενο  ηφαίστειο του 55. Την κατάντησε φυγόστρατο στην Αγγλία.  Περίγελο του τότε εαυτού της. Στην ατμόσφαιρα των διεκδικήσεων αντηχούν πολιτικά κελεύσματα υποταγής. Ο εθνικός μας ποιητής θα αναρωτιόταν αν μας πρέπει ελευθεριά…

Παραλάβαμε το 1959, με την πολιτική διακοπή του αγώνα μια κοινωνία φωτιά. Και ανεκτήκαμε την κατάντια της σε καμένο κάρβουνο. Που δεν θέλει αγώνα απελευθέρωσης και επιλέγει τη φυγοστρατία. Και ηθικά την καταντήσαμε όχλο αποφυγής του χρέους της αξιοπρέπειας. Συρφετό ασχήμιας. Καραβοτσακισμένο σκαρί με ανθρώπινη παραγραφή σκιάχτρου που ερμηνεύεται με το «Αμαρτωλό» της Γαλάτειας Καζαντζάκη: 

«Πνιγμένου καραβιού σάπιο σανίδι/
 όλη η ζωή μου του χαμού/ 
Μ’ από την κόλασή μου σου φωνάζω/ 
εικόνα μου είσαι, κοινωνία, και σου μοιάζω».