Η εξουσία διακυβέρνησης σε ένα δημοκρατικό κράτος προεδρικού τύπου, δεν σημαίνει ότι στερεί τη δυνατότητα στη Βουλή, εάν πολιτικά διαπιστώσει κενά ή ανάγκη τροποποίησης ενός Νόμου, να προωθήσει με πρόταση Νόμου τις αναγκαίες λύσεις, με τροποποιητικό Νόμο, προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος των πολιτών και του δημόσιου συμφέροντος. Αυτό άλλωστε αναγνώρισε μεταξύ άλλων, η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου το 1991:

«Σε ζητήματα γενικής φύσεως που αφορούν την άσκηση εκτελεστικής εξουσίας, αλλά ακόμα και σε θέματα διοικητικής φύσεως, η Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία εκπροσωπεί τη λαϊκή κυριαρχία, μπορεί να ασκήσει με νομοθεσία ρυθμιστικό ρόλο – (βλ. President of Republic v. House of Representatives (1985) 3 C.L.R. 2127)».

Ήδη υπήρξε η ομόφωνη διαφωνία της Βουλής έναντι της Αναπομπής του σχετικού Νόμου για μείωση του ΦΠΑ στο ηλεκτρικό ρεύμα, οπότε ο Πρόεδρος οφείλει να αποφασίσει να υπογράψει το Νόμο ή να αναφερθεί διά του Γενικού Εισαγγελέα στο Ανώτατο Δικαστήριο για να κριθεί η άποψη του για αντισυνταγματικότητα. Μια πολιτική διαφορετική άποψη μεταξύ των δύο εκλελεγμένων εξουσιών Προέδρου και Βουλής, που θα ληφθεί, από τη Δικαστική εξουσία ως νομική διαφορά! Μια διαδικασία που πρόσθετα παρουσίαζε δύο κύρια σοβαρά ψεγάδια.

Η Αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο σημαίνει ότι η επίλυση του ζητήματος θα απαιτήσει αρκετό χρονικό διάστημα έως ότου υπάρξει η δικαστική απόφαση. Τούτο θα έχει προφανή συνέπεια στον απλό πολίτη, που για όλο αυτό το χρονικό διάστημα της δικαστικής διαφοράς, δεν θα υπάρχει ο τόσο αναγκαίος με τα δεδομένα της εποχής μας νόμος. Δηλαδή, η Αναφορά ουσιαστικά επιτυγχάνει την μη εφαρμογή του ψηφισθέντος ομόφωνα νομοθετήματος για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα όπως συνέβηκε και σε άλλες ανάλογες Αναφορές.

Ίσως πρέπει να γίνουν αναθεωρήσεις, που να προβλέπουν ότι μαζί με την Αναφορά να υποβάλλεται και αίτημα προς το Δικαστήριο, με το οποίο να ζητείται η έκδοση αναστολής της αναγκαίας υπογραφής και δημοσίευσης του Νόμου. Αίτημα που πρέπει να επιλύεται ταχύτατα από το Δικαστήριο. Δηλαδή, να εφαρμοστεί ανάλογα το δικαίωμα υποβολής αιτήματος επί διοικητικής διαφοράς, για αναστολή εφαρμογής της πράξης. Τούτο καθίσταται αναγκαίο γιατί έπαψαν οι Αναφορές να ασκούνται με φειδώ όπως επέδειξε και το Δικαστήριο. Άλλωστε, ας μη διαφεύγει της προσοχής ότι καταφεύγει ο Πρόεδρος σε ένα δικαστικό σώμα, που όλα του τα μέλη διορίζονται από τον ίδιο.

Παράλληλα, αφού έχουμε προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης, η αναζήτηση άποψης από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το εάν συμπίπτει και σε ποιο ποσοστό η μείωση του ΦΠΑ με την περί τούτου ευρύτερη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν αρκεί να γίνεται από την Εκτελεστική Εξουσία και μόνο. Το ερώτημα πρέπει να υποβάλλεται και να αφορά την τελική μορφή που έλαβε από τη Βουλή ένα τέτοιο μέτρο με το Νόμο για το ποσοστό μείωσης του ΦΠΑ.

Ας λειτουργήσουμε με σύνεση και με ομοψυχία στα μεγάλα πολιτικά θέματα, με πρώτιστο την ανάγκη για δίκαιη και κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο λύση του Κυπριακού, για να έχουμε κάποια ελπίδα σωτηρίας από τα σφάλματα μας.

*Δικηγόρος και πρώην βουλευτής