Ο πολυγραφότατος συγγραφέας Τάσος Αριστοτέλους, που έχει στο ενεργητικό του ένα πλούσιο συγγραφικό έργο, με  πολλές βραβεύσεις και διακρίσεις, δεν μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος από την πρωτόγνωρη για τα δεδομένα του σύγχρονου κόσμου πανδημία του νέου κορωνοϊού, που  βιώνει η ανθρωπότητα από τις αρχές του 2020 ως σήμερα. Ως ευαίσθητος δέκτης των γύρω του δρώμενων, ο Αριστοτέλους επιστρατεύει την ποιητική του έμπνευση και γραφίδα, αλλά και την ευαισθησία της ψυχής και του λογισμού του, αποτυπώνοντας με τον δικό του ποιητικό τρόπο τις τραγικές διαστάσεις της πανδημίας, που εκδηλώθηκε αρχικά στη μακρινή Κίνα και μεταδόθηκε σταδιακά στην Ευρώπη και σε  ολόκληρο τον πλανήτη, ανατρέποντας άρδην τη ζωή  και την καθημερινότητά  μας. Μέσα από τις σελίδες ενός ολιγοσέλιδου σχετικά βιβλίου (32 σελίδων),   που έχει τον αρκούντως εύγλωττο τίτλο «Άνθρωποι», ο ποιητής  καταθέτει  τη δική του ποιητική μαρτυρία για όσα τραγικά και  πρωτόγνωρα μάς ταλανίζουν, αναδεικνύοντας περίτεχνα τις επιπτώσεις της πανδημίας στην καθημερινότητά μας, στις ανθρώπινες σχέσεις, στη ζωή και τον ψυχισμό μας. Γράφει χαρακτηριστικά στους πρώτους στίχους της ποιητικής του σύνθεσης, με τους οποίους  προϊδεάζει τον αναγνώστη για ό,τι ακολουθεί:

 

Σπασμένα γιασεμιά οι ζωές των ανθρώπων

 και τα φιλιά που ως χτες ήταν κρίκοι αγάπης

 πνίγονται με μάσκες χειρουργικές  μέσα στο στόμα,

 μη κυκλοφορήσουν ως απεσταλμένοι του θανάτου.

 

Με ποιητική μαεστρία και προφανή  πικρή, σαρκαστική διάθεση, ο ποιητής αναδεικνύει μέσα από τους πρώτους κιόλας στίχους το δράμα που βιώνουμε οι άνθρωποι, σε διαπλανητικό επίπεδο,  όλο αυτό το διάστημα της πανδημίας και του εγκλεισμού, με τις κυβερνήσεις να επιβάλλουν την υποχρεωτική χρήση μάσκας παντού και την κοινωνική αποστασιοποίηση, ως μέτρων ανακοπής της μετάδοσης του θανατηφόρου ιού. Φοράμε μάσκες, κρύβουμε τα πρόσωπά μας για να προστατευτούμε από τους άλλους (!), ενώ  απαγορεύονται, όπως και ο ποιητής επισημαίνει, οι αγκαλιές και τα φιλιά, «που ως χτες ήταν κρίκοι αγάπης», όπως γράφει, και τώρα,  λόγω πανδημίας, τα αποφεύγουμε αναγκαστικά, «μη κυκλοφορήσουν ως απεσταλμένοι του θανάτου», για να μη γίνουν τελικά, με άλλα λόγια, αιτία και μέσο μετάδοσης του ιού.

 

Ο ποιητής αφιερώνει το βιβλίο «στους γιατρούς, νοσηλευτές, παραϊατρικό προσωπικό της Κύπρου και του κόσμου», όπως σημειώνει στις πρώτες σελίδες,  ενώ στη συνέχεια αφιερώνει το δεύτερο ποίημα της συλλογής στους ήρωες υγειονομικούς, όπως παγκόσμια πια έχουν καταξιωθεί, οι οποίοι με τον επίπονο και υπεράνθρωπο  καθημερινό αγώνα τους προσπαθούν εναγώνια να  σώσουν ανθρώπινες ζωές, να περιθάλψουν χιλιάδες ασθενείς που προσβάλλονται από τον ιό και νοσούν ταυτόχρονα, μέσα σε ιδιαίτερα δυσμενείς και  αντίξοες συνθήκες,  με τα νοσηλευτήρια σε πολλές χώρες να καταρρέουν και να αδυνατούν να διαχειριστούν την ατελείωτη αυτή ανθρώπινη τραγωδία της πανδημίας.     Ιδού τι γράφει στο ποίημα που αναφέρεται στους γιατρούς και τους νοσηλευτές:

 

Γράφω για τους ανθρώπους

με τις άσπρες μπλούζες.

Γράφω για τους ανθρώπους

της πρώτης γραμμής.

Γράφω για τους ανθρώπους που δουλεύουν

για να έχουμε εμείς «αύριο».

Γράφω για τους ανθρώπους που διακινδυνεύουν

για τους ανθρώπους που κινδυνεύουν

για να έχει ο κόσμος «αύριο»,

για να έχει ο κόσμος και πάλι κανονικότητα

για να έχει ο κόσμος και πάλι ζωή.

 

Με απλό, μεστό και απέριττο  ποιητικό τρόπο ο Αριστοτέλους αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές της ανθρώπινης ψυχής που βιώνει καθημερινά τον φόβο του θανάτου και εναποθέτει εναγώνια τις ελπίδες του για την επιστροφή στην κανονικότητα-που τόσο μας λείπει- στους ανθρώπους με τις λευκές μπλούζες, που παλεύουν καθημερινά για να έχει ο κόσμος «αύριο», όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει, για να συνεχίσει, δηλαδή,  να υπάρχει, να ζει, να δημιουργεί και να ονειρεύεται, βιώνοντας ξανά την «κανονικότητα» που τόσο απρόσμενα χάσαμε.

 

Επισημαίνει ακόμα, μέσα από τους στίχους του, τον καταλυτικό ρόλο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, που ασχολούνται καθημερινά με το θέμα της πανδημίας, που είναι η πρώτη είδηση εδώ και πολύ καιρό, γεγονός που πλέον καταντά κουραστικό αλλά και επικίνδυνο, όπως και ο ποιητής διατυπώνει με καταγγελτική διάθεση.

 

Επιμηκύνθηκαν τα δελτία ειδήσεων,

Επιμηκύνθηκαν στο υπερδιπλάσιο .

Μας απασχολουν τώρα περισσότερες ώρες,

Έγιναν πιο επικίνδυνα…

Οι ειδήσεις μού έγιναν ένα φορτίο στην ψυχη

Οι ειδήσεις μού έγιναν αυτά που δεν θέλω να γράφω.

 

Ήταν που ήταν επικίνδυνα, υπονοεί ο ποιητής, και τώρα γίνονται επικινδυνότερα, με την παντοδυναμία της είδησης που διαχειρίζονται ανεξέλεγκτα να τα μετατρέπει ενίοτε σε φορείς προπαγάνδας, κυβερνητικής και άλλης, που δεν υπηρετεί πάντοτε το καλώς νοούμενο συμφέρων των πολιτών και της χώρας. Κι είναι πολύ ορθή η διαπίστωση του ποιητή, γιατί αυτό πραγματικά βιώνουμε καθημερινά, με τα ελεγχόμενα και κατευθυνόμενα ΜΜΕ να  σκορπούν ενίοτε τον πανικό με υπερβάλλοντα ζήλο και με  αλλότριους στόχους, που υπηρετούν προφανώς τα μεγάλα συμφέροντα που ορίζουν και καθορίζουν τη ζωή μας στον  νεοφιλελεύθερο κόσμο  του 21ου αιώνα, όπου τα κέρδη είναι –κατά τεκμήριο,  πάνω από τους ανθρώπους.

 

Στην ποιητική του σύνθεση,  που προσλαμβάνει τη μορφή ποιητικής μαρτυρίας, ο Αριστοτέλους δίνει μέσα από τους στίχους του το  περίγραμμα της καθημερινότητας των ανθρώπων, όπως τόσο αναπάντεχα και απρόσμενα διαφοροποιήθηκε και αναπροσαρμόστηκε μέσα σε λίγες μέρες. Γράφει, χαρακτηριστικά, σε ένα άλλο ολιγόστιχο ποίημα της συλλογής, αποτυπώνοντας ποιητικά τις πιο συγκλονιστικές εικόνες της  νέας ανθρώπινης τραγωδίας που βιώνουμε, οι οποίες μεταδόθηκαν μάλιστα και τηλεοπτικά ανά την υφήλιο,  με τα στρατιωτικά καμιόνια να κινούνται αργά, βασανιστικά μες στη σκοτεινιά της νύχτας, στους έρημους δρόμους του Μπέργκαμο της Ιταλίας, μεταφέροντας τις εκατοντάδες των Ιταλών νεκρών της πανδημίας, προς άγνωστη κατεύθυνση, για ενδεχόμενη μαζική ταφή ή αποτέφρωση:

 

Περνούν τα φορτηγά στους δρόμους της Ιταλίας

φορτωμένα με νεκρούς

τα βλέπω να περνούν βουβά

τα βλέπω να περνούν σκυθρωπά

τα βλέπω να περνούν κλειστά

κρατώντας σφιχτά στα σπλάχνα τους τον θάνατο.

Δέκα, είκοσι, τριάντα, σαράντα

όσα φορτηγά πέρασαν απόψε από τις ειδήσεις

πάτησαν όλα την καρδιά μου.

 

Συγκλονίζεται ο ποιητής από το τραγικό αυτό θέαμα του περιφερόμενου θανάτου και απηχώντας τον γενικό συγκλονισμό των ψυχών μας,  αφού περιγράφει με τον δικό του ποιητικό τρόπο το γεγονός, στοχεύει  τις πιο ευαίσθητες χορδές του ψυχισμού μας με τον καταληκτικό στίχο της ποιητικής αυτής αναφοράς. «Πάτησαν όλα την καρδιά μου», γράφει,  εκφράζοντας  τον συλλογικό πόνο, τη συντριβή, τον σπαραγμό, την οδύνη, την οργή, τον φόβο και την απόγνωση που μας συντρέχει καθώς παρακολουθούμε όλον αυτόν τον καιρό ανάλογα φαινόμενα και σε άλλες χώρες. Αποτυπώνει μάλιστα τα αισθήματα του φόβου και της αγωνίας για το αύριο,  που είναι κυρίαρχα στις  ψυχές των ανθρώπων, σε διαπλανητικό επίπεδο, με στίχους όπως οι ακόλουθοι:

Αν μπορούσα θα έβαζα λιπαντικά

 στις ρόδες των ημερών

Να κυλήσουν γρήγορα

Να κυλήσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται

Να φύγουν όσο πιο γρήγορα γίνεται

Να εξαφανιστούν οι  μέρες, οι νύχτες

Να εξαφανιστούν οι μέρες φρίκη

Να εξαφανιστούν οι μέρες πόνος.

Να φύγουν από τα στήθη των ανθρώπων

που κάθισαν σαν μυλόπετρες

που κάθισαν σαν αρρώστια

και τους κόβουν την αναπνοή.

 

«Μέρες φρίκη» αποκαλεί ο ποιητής τις μέρες αυτές που βιώνουμε εν μέσω πανδημίας και καθημερινών ανακοινώσεων για θανάτους, κρούσματα, νοσούντες, μονάδες αυξημένης φροντίδας, εντατικές, επιδημιολόγους κτλ. Επικαλείται μάλιστα, σε μια σπάνια έξαρση ποιητικής  απόγνωσης,  τον αείμνηστο μεγάλο ποιητή μας Κώστα Μόντη[1], για να καταγράψει με τον δικό του λιτό και μεστό ποιητικό τρόπο αυτά που βιώνουμε και να ανασυντάξει μέσα από τους στίχους του τη ζωή και τις ελπίδες μας για το αύριο.  Γράφει ο Αριστοτέλους τους πιο κάτω χαρακτηριστικούς στίχους, με την προσφιλή του τεχνική της επανάληψης που παραπέμπει σε Μοντικούς απόηχους:   

 

Φίλε Κώστα Μόντη,

Αν μπορούσαμε να σε βρούμε

Όσοι  μπορούμε να σε βρούμε

 το ξέρουμε καλά

 το νιώθουμε καλά

 πως με δυο στίχους

 πάντα μιλούσες με δυο στίχους

 πάντα μας έλεγες πολλά με λίγους στίχους

 θα μπορούσες με δυο  μονάχα στίχους

Να ανασυντάξεις την ψυχολογία μας

Να ανασυντάξεις την ψυχραιμία μας

Να ανασυντάξεις την πίστη μας

Να ανασυντάξεις τις ελπίδες μας

Να ανασυντάξεις μέσα μας ξανά τον άνθρωπο

Να ανασυντάξεις την ανθρωπότητα

Τώρα που πετούν νυχτερίδες στη ζωή μας

Και η νύχτα μάς κυριεύει.

 

Ανασύνταξη ψυχολογίας, πίστης, ελπίδας και ανθρωπισμού αποζητά ο ποιητής σ’ ετούτη τη δύσκολη ώρα από τον εμβληματικό μας ποιητή  Κώστα Μόντη, ο οποίος  σε αλλοτινές  εποχές, δύσκολες και σκοτεινές, κατάφερε μέσα από την ποίησή του να αποτυπώσει την πίκρα των ανθρώπων, να φωτίσει τις ψυχές και να αναπτερώσει την πίστη και την ελπίδα.  Είναι πολύ εύγλωττοι και περιεκτικοί οι πιο  πάνω στίχοι, με ξεκάθαρα μηνύματα, που δεν χρειάζονται οποιαδήποτε άλλη ανάλυση και περαιτέρω σχολιασμό.

 

Δεν αρκείται όμως ο ποιητής στην καταγραφή των τραγικών πτυχών της τραγωδίας που φοβίζουν τους ανθρώπους και αναστατώνουν την ψυχολογία τους, αλλά φωτογραφίζει ποιητικά και τις άλλες παραμέτρους της ανατροπής της καθημερινότητάς μας εξαιτίας της  κοινωνικής αποστασιοποίησης και του εγκλεισμού που μας είχαν επιβληθεί με το πρώτο ξέσπασμα της πανδημίας τον Μάρτιο του 2020. Γράφει στη συνέχεια στίχους όπως οι πιο κάτω, με την ίδια Μοντική τεχνική:

 

Δεν ξέρω πώς έτσι ξαφνικά αποσυντονιστήκαμε.

Δεν ξέρω πώς έτσι ξαφνικά διαλυθήκαμε,

πώς έτσι ξαφνικά καταβληθήκαμε

εμείς μια τόσο δυνατή κοινωνία

εμείς η πιο δυνατή κοινωνία στο σύμπαν

εμείς, η ανίκητη κοινωνία, οι άνθρωποι,

έτσι ξαφνικά…

 

Είναι προφανής η σαρκαστική διάθεση του ποιητή, με την οποία αναδεικνύει αυτόν τον παγκόσμιο αποσυντονισμό που προκλήθηκε στα πρώτα στάδια της πανδημίας, όταν οι κυβερνήσεις δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσουν τις διαστάσεις του προβλήματος και ενεργούσαν πολλές φορές βεβιασμένα και ασυντόνιστα, σε πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Την ίδια ώρα όμως επισημαίνει και αναδεικνύει με τους στίχους του το γεγονός ότι οι απλοί άνθρωποι του λαού δεν αποσυντονίστηκαν στον  βαθμό που αυτό έχει συμβεί με τις πολιτικές ηγεσίες  των κρατών, αλλά καθώς βίωναν την πανδημία και τον διάχυτο φόβο του θανάτου ένιωθαν την ανάγκη να έρθουν πιο κοντά, να μοιραστούν τον πόνο και την αγωνία τους, να συμπλεύσουν σ’ αυτό το επικίνδυνο ταξίδι, να ενώσουν δυνάμεις και να παλέψουν για την εξάλειψη του ιού και για τον τερματισμό της πανδημίας: Γράφει χαρακτηριστικά για το πιο πάνω θέμα τα εξής:  

 

Τούτες οι μέρες δεν έχουν σύνορα

Τούτες οι μέρες δεν χωρίζουν τους ανθρώπους με σύνορα

Τούτες οι μέρες του πόνου φέρνουν τους ανθρώπους

πιο κοντά

Τούτες οι μέρες του  μεγάλου πόνου

Ενώνουν τους ανθρώπους.

 

Κι αυτό πράγματι βιώσαμε εκείνες τις πρώτες μέρες του εγκλεισμού, αξιοποιώντας κάθε μορφή και κάθε δυνατότητα επικοινωνίας: τηλεφωνική-διαδικτυακή κτλ., για να μαθαίνουμε τα νέα των άλλων,  των φίλων, των συγγενών, των συνανθρώπων μας, που βρέθηκαν τόσο απρόσμενα στο ίδιο  καράβι μ’ εμάς, συνταξιδιώτες σε μια θάλασσα φουρτουνιασμένη, με απρόβλεπτο και άγνωστο προορισμό και κατάληξη.

 

 Και στη συνέχεια, καθώς κοιτάζει τους έρημους δρόμους της πόλης που άδειασαν τόσο ξαφνικά από τα αναρίθμητα τροχοφόρα και από τους πολυάσχολους και πάντοτε βιαστικούς ανθρώπους, που κλείστηκαν ξάφνου στα σπίτια τους από τον φόβο του θανάτου, γράφει τους πιο κάτω στίχους: 

Από το παράθυρό μου

κοιτάζω έξω τους άδειους δρόμους

άδειοι από κόσμο

άδειοι από ζωή

άδειοι από αγάπη

άδειοι και ακίνητοι

άδειοι και πετρωμένοι.

Λες και πέτρωσαν σε στοιχειωμένο παραμύθι.

Λες και τα πέτρωσε όλα μια κακιά μάγισσα.

Για μια στιγμή φοβήθηκα πως θα μείνουν για πάντα έτσι

Πως θα μείνουν όλα για πάντα  έτσι

πετρωμένα μέσα στον χρόνο

πετρωμένα μαζί με τον χρόνο.

Ξαφνικά ήρθε ένα πουλί ξεφωνίζοντας

και έδωσε πάλι κίνηση…

 

Οι άδειοι δρόμοι των μεγαλουπόλεων που ως χτες έσφυζαν από ζωή, κίνηση, φωνές και ποικίλους θορύβους φυσιολογικούς, προκαλούν ένα καταθλιπτικό αίσθημα κενού στον ποιητή, ενώ ταυτόχρονα διεγείρεται μαζί με την ποιητική του φαντασία και η φαντασία του συγγραφέα –παραμυθά, που οπτασιάζεται στοιχειωμένα παραμύθια, μάγισσες κακές και απολιθωμένα όντα, με το πουλί-σύνηθες σύμβολο ελπίδας στα παραμύθια, να αναδίδει με το λάλημά του ένα αδιόρατο  αίσθημα ελπίδας.

 

Δεν περιορίζεται  ο ποιητής στην ποιητική καταγραφή των γεγονότων και στις διαπιστώσεις, αλλά τοποθετείται απέναντι στη μεγάλη ανατροπή που έχει επιφέρει στη ζωή μας η πανδημία, με αισιόδοξη διάθεση, ελπίδα και προσδοκία για το τέλος που δεν  θα αργήσει να επέλθει, καθώς η πανδημία, όπως εξαγγέλλει,  θα αποτελεί ένα μακρινό εφιαλτικό παρελθόν κι εμείς θα επανέλθουμε στην κανονικότητά μας και θα συνεχίσουμε τη ζωή μας από εκεί που μείναμε: Γράφει, για παράδειγμα τα εξής προφητικά και αισιόδοξα, στην προσπάθειά του να τονώσει το δικό του αίσθημα αισιοδοξίας, που μεταδίδεται αναπόφευκτα και στον αναγνώστη:   

 

Θα περάσει ένα αόρατο χέρι

Να τραβήξει το μαύρο από τα σπίτια

Να τραβήξει το μαύρο από τα πρόσωπα των ανθρώπων

Να τραβήξει και να εξαφανίσει το  μαύρο από τον κόσμο.

 

Είναι αρκετοί οι στίχοι που διαπνέονται από ένα αίσθημα βεβαιότητας και αισιοδοξίας, από τους οποίους αξίζει να παραθέσουμε ενδεικτικά και τους πιο κάτω, όπου ο ποιητής επισημαίνει και αναδεικνύει επίσης το θέμα της ατομικής ευθύνης και της συλλογικής δράσης, για το κοινό καλό : 

 

Κανείς δεν είπε ότι δεν πρέπει να κλαίμε με τα άσχημα

κανείς δεν μας εμποδίζει να κλαίμε με τα τραγικά.

Φτάνει αυτά τα άσχημα να πολεμούμε να τα κάνουμε και πάλι όμορφα

φτάνει να θέλουμε να τα κάνουμε και πάλι όμορφα

φτάνει να επιμένουμε μέχρι που να τα κάνουμε και πάλι όμορφα.

Σήμερα αποφασίζεις αν θα υπάρχει αύριο.

Σήμερα προκαθορίζεις το πώς θα υπάρχει το αύριο.

 Για σένα/ Για μένα/Για όλους/Για τους επόμενους.

 

Αυτά και πολλά άλλα διαμηνύει, καταγγέλλει και εξαγγέλλει ο Τάσος Αριστοτέλους μέσα από το νέο ποιητικό του βιβλίο με τον χαρακτηριστικό τίτλο  «Άνθρωποι», που εκδόθηκε από το Τυπογραφείο Νεγκρέσκο στις αρχές της περσινής χρονιάς. Πρόκειται για μια καλαίσθητη έκδοση  με ένα περίτεχνο εξώφυλλο που συνάδει πλήρως με τον τίτλο και το περιεχόμενο του βιβλίου. Πρόκειται για έναν αυθεντικό πίνακα, όπως ο ίδιος μας  πληροφορεί στην τελευταία σελίδα του βιβλίου[2], από την προσωπική του συλλογή, που αποτελεί «πολύτιμο δώρο από τον αείμνηστο λογοτέχνη-ποιητή και  ζωγράφο Κύπρο Τόκα». Μας πληροφορεί  ακόμα στο τέλος του βιβλίου ο Αριστοτέλους ότι «αυτή η ποιητική συλλογή γράφτηκε με πολύ πόνο και πολλές ελπίδες για το αύριο. Για όλη την ανθρωπότητα»[3]. Αυτή η καταληκτική εξομολόγηση του ποιητή επιβεβαιώνει όσα πιο πάνω όσα έχουμε επισημάνει και καταγράψει. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η ποιητική συλλογή «Ανθρωποι» είναι μια ποιητική σύνθεση-μαρτυρία. Κι είναι ίσως η πρώτη που είδε το φως της δημοσιότητας στον τόπο μας, σε εκδομένο βιβλίο, με αποκλειστικό θέμα την πανδημία και με προφανή την πιο πάνω στοχοθεσία.[4] 

 

Και πράγματι, ο  εμβριθής μελετητής, ποιητής και πεζογράφος Τάσος Αριστοτέλους, που έχει καταξιωθεί για το ποιητικό του έργο με δύο κρατικά βραβεία, καταφέρνει μέσα από  την ποιητική αυτή σύνθεση, με απλό, μεστό και απέριττο νεωτερικό στίχο, υπαινικτικό και πολύσημο, να καταγράψει με τη δύναμη της ποιητικής του έμπνευσης και γραφίδας–σαν μια εμπνευσμένη ποιητική μαρτυρία, όλα όσα βιώνουμε εδώ και δύο χρόνια εξαιτίας της πανδημίας του Covid 19, στέλνοντας ταυτόχρονα και το μήνυμα της ελπίδας, της προσδοκία και  αισιοδοξίας για επικείμενο τέλος της πανδημίας και την επιστροφή στην κανονικότητα. Δεν θα ήταν μάλιστα υπερβολή να σημειώσουμε, καταληκτικά, ότι ο Τάσος Αριστοτέλους, με φ’υτον περίτεχνο και μεστό  στίχο του,   που διαποτίζει ολόκληρη την ποιητική του σύνθεση, δικαιώνει τον Κώστα Μόντη, ο οποίος σχολιάζοντας παλαιότερη ποιητική του συλλογή, του είχε γράψει: «Κύριε Αριστοτέλους, ευχαρίστως θα υπέγραφα πολλά από τα ποιήματά σας»[5].

 

Τα λόγια του Μόντη είναι η πιο μεγάλη καταξίωση για έναν ποιητή, όπως είναι ο Τάσος Αριστοτέλους, που υπηρετεί την ποίηση με συνέπεια, σιγανά και ταπεινά, χωρίς επιδεικτικές τυμπανοκρουσίες, με μοναδικό  στόχο να καταθέσει ποιητικά τον ψυχισμό του, τις σκέψεις, τις ιδέες, τα οράματα και τις εναγώνιες αναζητήσεις του για τη ζωή και για το αύριο.  Κι αξίζει να κλείσουμε αυτήν την αναφορά μας για το νέο ποιητικό του βιβλίο με μια αισιόδοξη νότα, που τόσο πολύ την έχουμε ανάγκη σήμερα, μέσα από τους πιο κάτω στίχους:

 

Φύτεψε μια τριανταφυλλιά/ φύτεψε μια πετούνια. /Μέχρι να ανθίσουν/ όλα θα έχουν τελειώσει/ θα ξαναγίνουν όμορφα…/ Θα  ‘ρθει ο καιρός που θα το βλέπουμε σαν παραμύθι/ θα ΄ρθει ο καιρός      που θα το κάνουμε παραμύθι/ και τότε θα πάψει να μας πονά…/Σήμερα ετοιμάζομαι να πάρω  ξανά / τα εγγονάκια μου στο σχολείο…/Σήμερα έκλεισα την πόρτα πίσω μου /και βγήκα έξω στον δρόμο/ χωρίς φόβο από πολύ καιρό./Αναπνέω καθαρά/ Αναπνέω καλά/ Αναπνέω ελεύθερα /Αναπνέω χωρίς φόβο/Αναπνέω χωρίς να αναπνέω τον φόβο/ Αναπνέω την ελπίδα/Συνεχίζω…

 

*Φιλόλογος-συγγραφέας

 

 

[1] Κώστας Μόντης (1914-2004)

[2] Βλ. Τάσος Αριστοτέλους, «Ανθρωποι», σ. 32

[3] ¨Ο.π., σ. 29

[4] Το βιβλίο κυκλοφόρησε τον  Μάη του 2020, τρεις μόνο μήνες μετά την εκδήλωση της πανδημίας του Covid 19  στην Κύπρο.

[5] Ό.π.,  σ. 31.