Διαχρονικά -και από αυτήν εδώ την στήλη- έχω ασχοληθεί επισταμένως με την αναγκαιότητα ουσιαστικής συνταγματικής μεταρρύθμισης, η οποία να μπορεί να δημιουργήσει ένα σύγχρονο λειτουργικό και δημοκρατικό κράτος, ικανό να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες του σήμερα, μέσα σε ένα πολύ ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον σε όλους τους τομείς, καθώς επίσης και στην εμβάθυνση της δημοκρατικής του λειτουργίας.

Αυτό μπορεί να γίνει εφικτό μόνο με την εύρυθμη και συντεταγμένη λειτουργία του κράτους, που θα πρέπει να λειτουργεί χωρίς τις σημερινές του στρεβλώσεις, που δημιουργούνται επί της ουσίας από τη διαστρεβλωμένη αντίληψη που κυριάρχησε διαχρονικά σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου, οι οποίες θεωρούν το κράτος και τους μηχανισμούς του ως το δικό τους λάφυρο από την κατάκτηση εξουσίας και το οποίο χρησιμοποιούν με απώτερο στόχο την περαιτέρω ενδυνάμωση της δικής τους πολιτικής δύναμης και όχι του κράτους, ώστε να μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε όλη την κοινωνία ανεξαρτήτως κομματικής ή πολιτικής προέλευσης.

Η κυριότερη πηγή αυτής της αντικοινωνικής, εν πολλοίς, στάσης των πολιτικών δυνάμεων του τόπου, εκπηγάζει κυρίως από την κατάχρηση εξουσίας, που γιγαντώθηκε από την επί της ουσίας προεδρική μοναρχία, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά και την καθιέρωση του δικαίου της ανάγκης το 1964 και η οποία επιδεινώθηκε έτι περαιτέρω τα τελευταία χρόνια, με την προεδρική τοποθέτηση/διορισμούς σε καίρια πόστα και θέσεις κλειδιά για την εύρυθμη λειτουργία του κράτους, ατόμων του προεδρικού και κομματικού του περιβάλλοντος, τα οποία δεν φαίνεται να κατέχουν τα αντικειμενικά εχέγγυα της θεσμικής ανεξαρτησίας, ώστε να ασκούν τον ελεγκτικό τους ρόλο έναντι της προεδρικής και εκτελεστικής εξουσίας.

 

Η παρέμβαση στη Δικαιοσύνη

Ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας έφτασε στο σημείο μάλιστα να υπερκεράσει και αυτή ακόμη τη δικαστική εξουσία, την οποία ως φαίνεται δεν κατάφερε να ελέγξει θεσμικά και στην στήλη μου στις 14/11/2021 είχα καταγράψει τον προβληματισμό μου για τη βασιμότητα της πράξης του να παρέμβει άμεσα σε δικαστική απόφαση: Στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε απόφαση, σύμφωνα με την οποία διατάσσονται οι ιδιοκτήτες εμπορικού κέντρου να παύσουν τη χρήση κτηρίου μέσα σε δύο μήνες, εκτός εάν στο μεσοδιάστημα εξασφαλιστεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από τον Δήμο Πάφου, κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα.

Επικαλούμενος το άρθρο 53,4 του συντάγματος, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ανέστειλε την ποινή του δικαστηρίου για 9 μήνες, με στόχο, όπως ανακοινώθηκε, να δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος στην επιχείρηση να μην αναστείλει τις εργασίες της.

Στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Δήμο Πάφου, αναφέρεται ότι ο Νίκος Αναστασιάδης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ειδικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως τέθηκαν ενώπιον του, ζήτησε τη σύμφωνο γνώμη του Γενικού και βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για αναστολή της ποινής, δυνάμει των εξουσιών που του παρέχει το σχετικό άρθρο του συντάγματος.

Τα ζητήματα που ανακύπτουν από αυτή τη χρήση του εξαιρετικού αυτού μέτρου εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι πολλαπλά, αφού τίθεται καταρχήν το ερώτημα, ποιο είναι το κοινωνικό ζήτημα που ανέκυψε στην προκειμένη περίπτωση και αν η απάντηση αφορά τους εργαζομένους, αυτόματα ανακύπτει το ερώτημα αν μια επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιεί τους υπαλλήλους της ως ασπίδα απέναντι στην δική της παρανομία, η οποία μάλιστα κηρύχθηκε από το ίδιο το δικαστήριο.

Ένα άλλο ερώτημα που ανακύπτει εύλογο, κατά τη γνώμη μου, είναι αν ο Πρόεδρος θα έπραττε με τον ίδιο τρόπο αν η υπόθεση αυτή αφορούσε κάποια άλλη επιχείρηση.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατά τη γνώμη μου, έχει χάσει προ πολλού την έξωθεν καλή μαρτυρία για να μπορεί να επικαλείται αντικειμενικότητα στις αποφάσεις του, ιδίως όταν αυτές είναι τέτοιας έντασης που υπερκαλύπτουν και επισκιάζουν δικαστικές αποφάσεις, για ένα απλό ζήτημα μιας επιχείρησης που παραβιάζει, σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, πολεοδομικούς και οικοδομικούς κανόνες.

 

Ενόψει εκλογών

Ένα χρόνο πριν τις προεδρικές εκλογές του 2023, ήδη εμφανίστηκαν σωρεία μνηστήρων του προεδρικού θώκου και έχει αρχίσει να αναθερμαίνεται το πολιτικό σκηνικό, με τα σενάρια να διαδέχονται το ένα το άλλο για τα πρόσωπα που έχουν δυνατότητα εκλογής.

Δυστυχώς, δεν φαίνεται να επικεντρώνεται κανένας στην πολιτική ουσία του πράγματος, πέραν από τα πρόσωπα, τα οποία ναι μεν έχουν το καθένα τη σημασία τους ως προς την ποιότητα του πολιτικού τους υπόβαθρου γενικότερα, αλλά αυτό που έχει αληθινή σημασία είναι οι πρακτικές τους προτάσεις, ώστε να σταματήσουν κυρίως οι στρεβλώσεις, όπως αναπτύχθηκαν πιο πάνω.

Έχουμε χορτάσει από δεσμεύσεις σε γενικόλογες εξαγγελίες και αόριστες αναφορές σε κράτος δικαίου και δίκαιης διακυβέρνησης, χωρίς να νιώθει κανένας την ανάγκη να καταγράψει πολύ συγκεκριμένες προτάσεις, με χρονοδιαγράμματα για αυτές τις προτάσεις και τι θα πράξει σε περίπτωση που δεν εφαρμόσει αυτές τις πολιτικές του προτάσεις.

Θα πρέπει να υπάρξει από όποιον διεκδικήσει την προεδρία γραπτή δέσμευση, υπό τύπον κοινωνικού συμβολαίου, ότι θα προβεί σε μεταρρυθμίσεις, ώστε οι ανεξάρτητοι θεσμοί να διορίζονται από αληθινά ανεξάρτητες επιτροπές και όχι από τον ίδιο τον Πρόεδρο, ώστε να βρουν αληθινή εφαρμογή αυτά που είχαν τεθεί ήδη από την αρχαιότητα από πολιτικούς φιλοσόφους όπως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και στη σύγχρονη εποχή από τον Μοντεσκιέ τον 18ο αιώνα για τη θεσμοθέτηση θεσμικών αντίβαρων.

Για τον Μοντεσκιέ, το σύνταγμα δεν είναι παρά μία δομή διακυβέρνησης, η οποία στο πλαίσιο της αλληλεπίδρασης των στοιχείων της, ενεργοποιεί μια σειρά από κανόνες, που ρυθμίζουν τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, δηλαδή τη συμπεριφορά των εξουσιών, σε ένα σύστημα όπου όλες οι δυνάμεις οφείλουν να συνεργαστούν μεταξύ τους για να υπάρξει νομοθετική δράση. 

Αυτή η εσωτερική μηχανική εξισορρόπησης των δυνάμεων σημαίνει ότι «η εξουσία αναχαιτίζει την εξουσία», ότι «κανένα όργανο δεν είναι σε θέση να καταχραστεί την εξουσία» και ότι η «μετριοπάθεια» και η «πολιτική ελευθερία» είναι το τελικό αποτέλεσμα της εξισορροπημένης διακυβέρνησης.

Θα πρέπει να τεθεί επιτακτικά η υποχρέωση οι διεκδικητές της προεδρίας να υπογράψουν ένα τέτοιο κοινωνικό συμβόλαιο, δεσμευτικό για τους ίδιους και θα πρέπει να τεθούν σε αυτό το συμβόλαιο ο τρόπος ελέγχου της εφαρμογής του και οι συνέπειες που θα έχει η μη εφαρμογή του.

Η συνταγματική μεταρρύθμιση, η οποία θα θεσμοθετήσει αυστηρές θεσμικές δικλείδες ασφαλείας μεταξύ των εξουσιών, ήτοι τη δημιουργία αληθινών θεσμικών αντιβάρων κόντρα στη νυν προεδρική μοναρχία, θα πρέπει να είναι κατά τη γνώμη μου μονόδρομος για κάθε επίδοξο Πρόεδρο του Κράτους.

Ο καιρός της προεδρικής μοναρχίας στο κυπριακό κράτος πρέπει επιτέλους να θαφτεί στο παρελθόν.

* Advocates-Legal Consultants