Ένα πρωτοεμφανισθέν νομικό πρόβλημα περί τη σημασία και δεσμευτικότητα των αποφάσεων του ΕΔΑΔ και για ό,τι αφορά και το εσωτερικό δίκαιο επιφυλάχθηκε ενώπιον του Εφετείου, αφού μάλιστα κλήθηκε και ο Γενικός Εισαγγελέας για να διατυπώσει την άποψή του στη δίκη, ως «φίλος του Δικαστηρίου».
Το θέμα έχει πρόσθετη σημασία αφού για ποινικές υποθέσεις προβλέφθηκε ήδη διά Νόμου η υποχρέωση του κράτους για αποκατάσταση καταδικασθέντος στην περίπτωση που το ΕΔΑΔ κρίνει ότι η καταδίκη δεν ήταν αποτέλεσμα π.χ. δίκαιης δίκης. Όμως αντίστοιχος Νόμος ή Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν υπάρχει για πολιτικές εφέσεις.
Η διαφορά προέκυψε το 2006 μετά από αγωγή λίβελου μεταξύ δύο πολιτικά εκτεθειμένων προσώπων που εκδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο, Λευκωσίας, το οποίο και απέρριψε την αγωγή. Ο ενάγων τότε καταχώρησε έφεση όπου κρίθηκε, αντίθετα με την πρωτόδικη απόφαση, ότι υπήρχε λίβελος και ότι έπρεπε να επιδικαστούν αποζημιώσεις ως θα κριθούν από άλλης σύνθεσης Επαρχιακό Δικαστήριο. Ακολούθησε σχετική απόφαση, που προέβλεψε αποζημίωση η οποία προσβλήθηκε αυτή τη φορά με νέα πολιτική έφεση, από τον εναγόμενο.
Παράλληλα καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο στο ΕΔΑΔ η υπόθεση (4878/12) κατά της απόφασης του Εφετείου που ανέτρεψε την πρωτόδικη απόρριψη της αγωγής, η οποία, αφού διήρκεσε αρκετά χρόνια, τελικά δικαίωσε τον εναγόμενο (στις 26/5/2020) κρίνοντας ότι έπασχε κατά την έννοια της δίκαιης δίκης η σύνθεση του Εφετείου. Όμως η κρίση αυτή του ΕΔΑΔ επακολούθησε της νέας απόφασης και τη διαταχθείσα δεύτερη πρωτόδικη δίκη, κατάσταση που οδήγησε τους δικηγόρους του εναγόμενου να θέσουν θέμα πως η απόφαση του ΕΔΑΔ ως δεσμευτική καθιστούσε ό,τι έγινε μετά την πρώτη πάσχουσα απόφαση του Εφετείου ήταν νομικά ανίσχυρο, εξ υπαρχής. Ζήτησαν δε η δικαστική διαφορά να επανέλθει στον αρχικό ουσιώδη χρόνο κατά τον οποίο υπήρχε και ίσχυε η αρχική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου (απόρριψη αγωγής), οπότε η τότε έφεση θα έπρεπε να εκδικάζετο από άλλη, αμερόληπτη, σύνθεση Δικαστηρίου.
Οπότε και ο σχετικός προβληματισμός αφού η Κυπριακή Δημοκρατία όπως είναι γνωστό, με τον Νόμο 39/1962, κύρωσε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), προσδίδοντας σε αυτήν κατά τις σχετικές συνταγματικές πρόνοιες αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του εσωτερικού νόμου.
Μετά από κάθε τελεσίδικη απόφαση του ΕΔΑΔ με την οποία διαπιστώνεται παραβίαση της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η «καταδικασθείσα» χώρα πρέπει να λάβει μέτρα συμμόρφωσης. Συμμόρφωση που, ας σημειωθεί, δεν επιδεικνύει η Τουρκία, έναντι των προσφυγών που πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας καταχώρησαν εναντίον της μετά το 1974 και υπάρχουν σχετικές καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΑΔ έναντί της.
Με βάση τα ανωτέρω και ενόψει του ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεσμεύεται και εφαρμόζει τις διατάξεις της ΕΣΔΑ και συμμορφώνεται με τις προβλεπόμενες σε αυτήν υποχρεώσεις (μια των οποίων η υποταγή στις δικαστικές αποφάσεις του ΕΔΑΔ όταν αυτές τέμνουν διαφορά στην οποία η Κύπρος είναι διάδικο μέρος), αντιμετωπίζει τώρα για πρώτη φορά το ιδιόμορφο αυτό δικαστικό πρόβλημα αφού δεν υπήρξε δίκαιη δίκη κατά την ακρόαση της έφεσης τότε, περί το εάν τα όσα επακολούθησαν αυτής θα πρέπει να κριθούν εάν εξαφανίστηκαν ως συνεπακόλουθο της κρίσης του ΕΔΑΔ, για κακή και/ή μεροληπτική σύνθεση του Εφετείου.
Η σχετική υποχρέωση τήρησης της Σύμβασης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων αφορά σε όλα τα κρατικά όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας, και μάλιστα πρόσθετα και παράλληλα προς το Άρθρο 35 του Συντάγματος που προβλέπει υποχρέωση σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χάριν της πλήρους απονομής δικαιοσύνης κατά δίκαιη δίκη, που επέρχεται με κρίση από αμερόληπτο Εφετείο.
*Δικηγόρος – πρώην βουλευτής