«Εμείς οι Ευρωπαίοι οφείλουμε να πάψουμε να είμαστε αφελείς», ανέφερε ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, έχοντας δίπλα του τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας Κυριάκο Μητσοτάκη μετά τις μεταξύ τους συνομιλίες, που έγιναν πρόσφατα στο Παλάτι των Ηλυσίων. Ήταν η πρώτη δημόσια αντίδραση του Γάλλου Προέδρου μετά το αιφνίδιο αμυντικό σύμφωνο Αυστραλίας – Ηνωμένου Βασιλείου – Ηνωμένων Πολιτειών (AUKUS) και την ακύρωση του συμβολαίου για την προμήθεια γαλλικών υποβρυχίων στην Αυστραλία. Η τριμερής αμυντική συμφωνία AUKUS χαρακτηρίστηκε από τον διεθνή Τύπο ως «πισώπλατο κτύπημα» για τη Γαλλία και ταυτόχρονα ως άλλη μια κίνηση στη διεθνή σκακιέρα, που μειώνει τον στρατηγικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα μετά το Brexit. «Είμαστε υποχρεωμένοι να σημειώσουμε ότι εδώ και κάτι περισσότερο από δέκα χρόνια οι ΗΠΑ θέτουν τον εαυτό τους υπεράνω όλων και προσανατολίζουν τα στρατηγικά τους συμφέροντα προς την Κίνα και τον Ειρηνικό», πρόσθεσε ο Εμανουέλ Μακρόν στην κοινή συνέντευξη Τύπου με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η αναφορά αυτή δεν ήταν ένα απλό παράπονο. Ήταν η πολιτική, διπλωματική και ενδεχομένως η ηθική βάση πάνω στην οποία ο Γάλλος ηγέτης δείχνει να θεμελιώνει το νέο δόγμα για το ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, ώστε επιτέλους να αποκτήσει πιο αποτελεσματικό ρόλο και πιο ηχηρό λόγο.

Ουσιαστικά ο Εμανουέλ Μακρόν έβαλε στην ατζέντα τη στρατηγική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση μειζόνων προκλήσεων που καλείται να διαχειριστεί ως η πατρίδα μισού δισεκατομμυρίου πολιτών: Από την κλιματική αλλαγή και την τεχνολογική επανάσταση μέχρι τον εμπορικό πόλεμο και την αμυντική χειραφέτηση. Ζητήματα για τα οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να αναζητήσει λύσεις με άλλους διεθνείς δρώντες, περιλαμβανομένων και των ΗΠΑ, χωρίς όμως να άγεται και να φέρεται από κανένα. 

Αντιλαμβανόμενος τις πολλαπλές προκλήσεις που υπάρχουν στο σύγχρονο περιβάλλον μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και διαβλέποντας τους κινδύνους που εγκυμονεί για την παγκόσμια σταθερότητα η τρομοκρατία νέας γενιάς, ο Εμανουέλ Μακρόν έδειξε να γνωρίζει πολύ καλά τον ιστορικό του ρόλο και την αποστολή του. 

Ειδικότερα ο Εμανουέλ Μακρόν πιστεύει ότι οι τεκτονικές μεταβολές που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια, καθιστούν την αμυντική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαραίτητη όσο ποτέ. Ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος ηγέτης ο οποίος πριν από δύο χρόνια χαρακτήρισε το ΝΑΤΟ ως «εγκεφαλικά νεκρό» όταν η Συμμαχία παρακολουθούσε αδιάφορα την πειρατική συμπεριφορά της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου, προκαλώντας την μήνιν του τότε Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τράμπ. Ο Μακρόν είπε ξεκάθαρα από τότε ότι επιβάλλεται η δημιουργία μίας σταθερής ειρήνης στην Ευρώπη, ενώ έθεσε ευθέως και θέμα για το μέλλον της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ. Οι θέσεις του Εμανουέλ Μακρόν δεν είναι νεοφανείς ούτε και διατυπώνονται εν βρασμώ. Εντάσσονται στο όραμά του για χειραφέτηση της Ευρώπης σε όλα τα επίπεδα όπως το είχαν αναπτύξει προσωπικότητες της γαλλικής και ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής, όπως ο Ζακ Ντελόρ και ο Φρανσουά Μιτεράν.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο το 2019 ο Εμανουέλ Μακρόν υπέγραψε με την Άνγκελα Μέρκελ τη συνθήκη του Άαχεν, η οποία στοχεύει στην προώθηση του ευρωπαϊκού ιδεώδους από τις δύο μεγαλύτερες χώρες-μέλη της Ένωσης. Στον πυρήνα της Συνθήκης του Άαχεν βρίσκεται η εμβάθυνση της συνεργασίας στους τομείς της ευρωπαϊκής, αμυντικής, εξωτερικής, οικονομικής, περιβαλλοντικής και αναπτυξιακής πολιτικής. Για πρώτη φορά Βερολίνο και Παρίσι εξέφρασαν τη βούληση για καθορισμό κοινών κανόνων για εξαγωγές όπλων. Έχοντας στο πλευρό του την Άνγκελα Μέρκελ ήθελε να δείξει ότι εμμένει στην φιλοευρωπαϊκή του πολιτική και ότι ζητά την άνευ ορίων εγγύτητα με την μεγάλη γειτονική του χώρα, τη Γερμανία. Ενδεικτικό των προθέσεων του Προέδρου Μακρόν είναι το γεγονός ότι διεύρυνε την πυρηνική δυνατότητα της Γαλλίας με τρόπο που να καλύψει και το Γερμανικό έδαφος σε περίπτωση που η Γερμανία θα δεχόταν επίθεση από Τρίτη Χώρα. 

Η αποχώρηση της Μέρκελ από τη διεθνή πολιτική σκηνή επιτρέπει στον Εμανουέλ Μακρόν να προωθήσει την ευγενή φιλοδοξία να τεθεί επικεφαλής της προσπάθειας για την προώθηση της αμυντικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτι το οποίο για ιστορικούς και άλλους λόγους δεν μπορούσε να πράξει ένας Γερμανός πολιτικός.

Μέσα σε αυτό τον στρατηγικό σχεδιασμό σε βάθος χρόνου να πρέπει να ενταχθεί και η πρόσφατη αμυντική συμφωνία Ελλάδας-Γαλλίας, η οποία δεν έχει μόνον διμερή διάσταση. Είναι μια συνθήκη, η οποία διευρύνει τα ερείσματα της Γαλλίας στην ευρύτερη ανατολική Μεσόγειο, σε ένα νευραλγικό σημείο όπου τέμνονται τα γεωστρατηγικά συμφέροντα αρκετών περιφερειακών και διεθνών πρωταγωνιστών. Έχω τη βαθύτατη πεποίθηση ότι η παρουσία της Γαλλίας στην περιοχή θα μπορούσε να υπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του συνόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εάν η Γαλλική Δημοκρατία έθετε στη διάθεση της Ένωσης τις φρεγάτες που δόθηκαν στην Ελλάδα και άλλο στρατιωτικό υλικό για να αναπτυχθεί ως ευρωπαϊκή δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο με αποτρεπτική αποστολή, για διαφύλαξη της Ενωσιακής Επικράτειας, κατά το πρότυπο της Frontex. Με τον τρόπο αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να περιφρουρήσει ακόμη πιο αποτελεσματικά τα ζωτικά συμφέροντα του συνόλου της Ευρωπαϊκής Επικράτειας περιλαμβανομένων των κρατών-μελών της (όπως η Ελλάδα και η Κύπρος) και θα έστελνε το ισχυρό μήνυμα ότι οι αρχές και οι αξίες της παραμένουν αδιαπραγμάτευτες. Και ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια αυτόνομη πολιτική και οικονομική συμμαχία, με αμυντική αυτοτέλεια και αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε εξωτερικής απειλής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση του 21ου αιώνα δεν μπορεί να ανέχεται πειρατικές συμπεριφορές σε βάρος της ίδιας και των κρατών-μελών της, ιδιαίτερα από χώρες οι οποίες φιλοδοξούν δήθεν να ενταχθούν στους κόλπους της. 

* Πρώην Υπουργού.