Κάθε εποχή και κάθε περίοδος έχει τα δικά της. Τις δυσκολίες, αλλά και τις ιδιαιτερότητές της.

Καμιά όμως δεν πρέπει να ξεχνιέται. Ούτε και να διαγράφεται. Η μνήμη δεν πρέπει να ξεθωριάζει. Πρέπει να είναι ζωντανή, να θυμάται και να αντιστέκεται. Το ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ δεν μπορεί να αφορά μόνο την εισβολή και την κατοχή. Αφορά τα πάντα. Την ιστορία του τόπου, τις αποφάσεις, τα λάθη και τις παραλείψεις. Τις πολιτικές ιδιοτροπίες και τις σκοπιμότητες.  

Με αφορμή τα όσα λέγονται, γράφονται και ακούγονται για την ανάγκη μείωσης των φόρων για συγκράτηση της παρούσας ακρίβειας και με αφορμή την επαναστατική πολιτική που παράγει και διοχετεύει προς την κοινωνία το ΑΚΕΛ, θυμήθηκα την περίοδο 2011 – 2012, τότε που η κυβέρνηση εφάρμοσε και ακολούθησε μια σκληρή φορομπηκτική πολιτική που τσάκισε – κυρίως – τα κόκαλα των μισθωτών πολιτών.

Η τότε κυβέρνηση της Αριστεράς, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει τα ελλείμματα που η ίδια δημιουργούσε, έκαμε τη ζωή των μισθωτών πολύ σκληρή και δύσκολη.

Συγκεκριμένα τότε επιβλήθηκαν: Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) 5% στα τρόφιμα και τα φάρμακα, φόροι κατανάλωσης 8 -10 σεντ το λίτρο στα καύσιμα, φόροι στα καπνικά προϊόντα, καθώς επίσης και το χαράτσι του 1,9% επί των τιμολογίων της ΑΗΚ σαν αποτέλεσμα της καθυστέρησης στην έλευση του φυσικού αερίου. Κοντά σ’ όλα αυτά, υπήρξε αύξηση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 8% προκειμένου να καλυφθούν οι ζημιές της ΑΗΚ από τη φονική έκρηξη στο Μαρί.  Το Μάρτη του 2012 αυξήθηκε και ο ΦΠΑ από το 15% στο 17% και αργότερα στο 19%.

Την ίδια περίοδο κουτσούρεψαν το επίδομα τέκνου και τη φοιτητική χορηγία, χωρίς να προηγηθεί κανένας κοινωνικός διάλογος. 

Οι τότε αποφάσεις της κυβέρνησης Χριστόφια προκάλεσαν τη σοβαρή αντίδραση και της ΠΕΟ, η οποία σε απόφαση του Γενικού της Συμβουλίου τη Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011, ανάμεσα σ’ άλλα έλεγε και τα εξής:

«…Εκφράζει παράλληλα απαρέσκεια για το γεγονός ότι τα τελευταία μέτρα που έχουν αποφασιστεί από την κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα, λήφθηκαν χωρίς να προηγηθεί η αναγκαία διαβούλευση και διαπραγμάτευση με το συνδικαλιστικό Κίνημα.

Η ΠΕΟ θεωρεί ότι αν είχε προηγηθεί ο δοκιμασμένος διάλογος με το συνδικαλιστικό κίνημα, τα μέτρα θα μπορούσαν να ήταν πιο ισορροπημένα και δίκαια και ως εκ τούτου θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν πιο συναινετικά».

Ο γράφων διαφώνησε πολλάκις με τη φορομπηκτική πολιτική της τότε κυβέρνησης που ήταν δυσανάλογα δυσβάστακτη για τους μισθωτούς πολίτες. Την ίδια εποχή παγοποιήθηκαν οι μισθοί και η ΑΤΑ, ενώ οι εργαζόμενοι σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, κατέβαλλαν υποχρεωτική εισφορά στο κράτος, το οποίο έφθασε στα πρόθυρα χρεοκοπίας. Όλα αυτά τα σκληρά και δυσβάστακτα, τα δικαιολογούσε ο νυν γενικός γραμματέας του ΑΚΕΛ, Στέφανος Στεφάνου, υπό την τότε ιδιότητα του κυβερνητικού Εκπροσώπου.

Τα δικαιολογούσε και σκόπιμα ή άλλως πως αγνοούσε όλα εκείνα τα υπόλοιπα μέτρα που θα ενίσχυαν τα δημόσια οικονομικά, χωρίς να επηρεασθούν οι μισθωτοί πολίτες. Σαν τέτοια ήταν και είναι, η πάταξη της φοροδιαφυγής και η είσπραξη των καθυστερημένων φόρων, η φορολόγηση του τζόγου και του πλούτου, τα έσοδα από την πολεοδομική αμνηστία, ο περιορισμός του σπάταλου κράτους, αλλά και η σοβαρή μείωση των αφορολόγητων επιδομάτων, (των χιλιάδων ευρώ), που απολαμβάνουν πολιτειακοί και άλλοι κρατικοί αξιωματούχοι.

Αυτή ήταν τότε, (αλλά και κάθε εποχή), η ορθή και δίκαιη πορεία αύξησης των δημοσίων εσόδων και όχι η φορομπηκτική πολιτική της Αριστερής κυβέρνησης.

Υ.Γ: – Τα ως άνω γραφόμενα σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν την καθυστέρηση της σημερινής κυβέρνησης να εφαρμόσει ολική αντιπληθωριστική πολιτική για συγκράτηση της ακρίβειας.

*Οικονομολόγος – Δημοσιογράφος