Όσοι από μας,47 σχεδόν χρόνια πριν, «φύγαμε με τα ρούχα που φορούσαμε» εγκαταλείποντας πανικόβλητοι τα σπίτια μας, κάτω από την απειλή των τουρκικών τανκς, δεν χρειαστήκαμε ιδιαίτερη προσπάθεια για να μπούμε στη θέση των ανθρώπων που πριν μερικές μέρες άφησαν τρομαγμένοι τα σπίτια και τις περιουσίες  τους, για να γλυτώσουν από την πύρινη κόλαση. Μάτωσε η ψυχή μας αντικρίζοντας εκείνες τις αδηφάγες φλόγες να μετατρέπουν σε στάχτη τις καταπράσινες πλαγιές των ορεινών περιοχών Λάρνακας και Λεμεσού , να καταπίνουν με μανία τους κόπους και τα όνειρα μιας ζωής κάποιων ανθρώπων, να μετατρέπουν σε αποκαϊδια τα σπίτια και όλα τα υπάρχοντα κάποιων συμπολιτών μας. Μα πιο πολύ μάτωσε η ψυχή μας,  όταν ακούσαμε την τραγική είδηση ότι βρέθηκαν απανθρακωμένοι τέσσερις συνάνθρωποί μας από την Αίγυπτο, τέσσερα νέα παιδιά, που ήρθαν στην Κύπρο για μια καλύτερη ζωή…

Αυτές τις μέρες, για ώρες αμέτρητες μέναμε καρφωμένοι με αγωνία στις  οθόνες των τηλεοράσεών μας, αναμένοντας να ακούσουμε ότι νικήθηκε το τρομακτικό θεριό που λέγεται πυρκαγιά. Ρεπορτάζ, εικόνες, ανακοινώσεις, εκκλήσεις, δηλώσεις. Είδαμε ανθρώπους σε απόγνωση να ζητούν τη στήριξη του κράτους, ανθρώπους με δάκρυα στα μάτια να περιγράφουν τις τραγικές στιγμές που έζησαν. Και ανάμεσα σε αυτούς, έναν συμπολίτη μας, με τον πόνο και τον τρόμο ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του, να δηλώνει: «Φύγαμε με τα ρούχα που φορούσαμε».

Και τότε, δεν ήταν δυνατόν να μην ξυπνήσουν μέσα μας μνήμες τραγικές, να μην έρθουν στο μυαλό μας οι στιγμές της απόγνωσης και του τρόμου, που σημάδεψαν για πάντα τις παιδικές τότε ψυχές μας, κάποιον άλλο Ιούλη, 47 χρόνια πριν, όταν κι εμείς τρέχαμε τρομαγμένοι να γλυτώσουμε από ένα άλλο θεριό, που λεγόταν Τούρκος εισβολέας. Μαύρος Ιούλης τότε, μαύρος και τώρα. Ένας μαύρος Ιούλης, που μαύρισε τον ουρανό μας , που μαύρισε τη γη μας, που μαύρισε τις ψυχές μας. Η αλήθεια βέβαια είναι πως δεν φταίει ο Ιούλης, όπως δεν έφταιγε  και «η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας, που μας τους έφερε» (Κ. Μόντης). Άνθρωποι ευθύνονταν και τότε, άνθρωποι ευθύνονται και τώρα…

Λίγες μέρες μας χωρίζουν από τις επετείους των τραγικών γεγονότων του 1974. 20 Ιουλίου, 14 Αυγούστου. Θα μας ξυπνήσουν και πάλι ξημερώματα οι σειρήνες, θα δούμε στις τηλεοράσεις μας σκηνές από τις τραγικές συνέπειες της τουρκικής εισβολής, θα παρακολουθήσουμε αφιερώματα, θα θυμηθούμε και πάλι –όχι ότι πάψαμε ποτέ να θυμόμαστε– θα πονέσουμε και πάλι –όχι ότι πάψαμε ποτέ να πονούμε– κάποιοι θα δακρύσουμε για την κατεχόμενη γη μας, για τα παιδιά που θυσιάστηκαν, για τους αγνοούμενούς μας και τους πονεμένους γονείς τους, που ένας–ένας φεύγει με τον καημό του χαμένου παιδιού του.

Και ο πόνος στην ψυχή μας θα εναλλάσσεται με οργή, γιατί θα βλέπουμε ταυτόχρονα και τα «πανηγύρια» που θα στήσουν οι «άλλοι» στην κατεχόμενη γη μας, γιατί θα δούμε τις παρελάσεις που θα οργανώσουν, για να γιορτάσουν τη συμφορά που μας προκάλεσαν. Γιατί θα δούμε τη θερμή υποδοχή που θα στήσουν στον νεοσουλτάνο της Άγκυρας, σαν αυτός θα εισέρχεται θριαμβευτικά στη δική μας Αμμόχωστο, για να ανακοινώσει νέα τετελεσμένα, περιφρονώντας  ψηφίσματα Διεθνών Οργανισμών, αγνοώντας το Διεθνές Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Και το ζητούμενο; Θρηνούμε μοιρολατρικά πάνω στις στάχτες και τα αποκαΐδια του τότε και του σήμερα; Φυσικά και όχι. Με συναίσθηση του χρέους έναντι της πατρίδας και του λαού της, αγωνιζόμαστε με σθένος, συνέπεια και σταθερότητα για διεκδίκηση των δικαίων μας. Δεν αεροβατώ. Αντιλαμβάνομαι τους σκοπέλους που έχουμε να ξεπεράσουμε, όταν απέναντί μας έχουμε έναν αδιάλλακτο και αλλοπρόσαλλο Ερντογάν, αλλά και το εδώ φερέφωνό του, τον Ερσίν Τατάρ. Αντιλαμβάνομαι ότι το δίκαιό μας έχει να αντιπαλέψει με τα οικονομικά και άλλα συμφέροντα ισχυρών κρατών. Αυτά όμως δεν απαλλάσσουν αυτούς που έχουν στα χέρια τους τη μοίρα μας από την ευθύνη να διεκδικούν με αποφασιστικότητα τα δίκαια αυτού του τόπου, χωρίς ηττοπάθειες, υποχωρήσεις και παλινωδίες, εγκαταλείποντας την πολιτική του κατευνασμού, που αναμφίβολα αποδείχτηκε αναποτελεσματική.

Όσον αφορά το θέμα της πυρκαγιάς, καταρχάς θα ήταν άδικο να μην πούμε ένα μεγάλο «μπράβο» και ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στα μέλη της Πυροσβεστικής, της Αστυνομίας, του Στρατού, της Πολιτικής Άμυνας και σε όλους όσοι εθελοντικά και με αυταπάρνηση συνέβαλαν στην αντιμετώπισή της και στη στήριξη των ανθρώπων που πλήγηκαν. Από την άλλη όμως οφείλουμε να επισημάνουμε ότι θα μπορούσαμε να είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι. Γιατί το βασικό ζητούμενο είναι η πρόληψη και όχι η αντιμετώπιση ενός προβλήματος. Από τη στιγμή που η μικρή πατρίδα μας έρχεται συχνά αντιμέτωπη με τον εφιάλτη των πυρκαγιών, οφείλουμε να είμαστε έτοιμοι για το χειρότερο σενάριο. Τέλος, θα πρέπει επιτέλους η Δικαιοσύνη να είναι αμείλικτη με τους ανθρώπους που σκόπιμα ή από αμέλεια οδηγούν τον τόπο τους σε τέτοιες καταστροφές, με συνέπειες οικονομικές, περιβαλλοντικές, κοινωνικές, και προπάντων με απώλεια ανθρώπινων ζωών. Μια σταλιά τόπος είναι η Κύπρος μας. Δεν αντέχει άλλα αδηφάγα θεριά… Ούτε ξανά την εικόνα καμένης γης και ανθρώπων που εγκαταλείπουν τα σπίτια τους «με τα ρούχα που φορούν».

* Φιλόλογος-Εκπαιδευτικός